“Αν ένα βιβλίο δεν μας συγκλονίζει όπως ένα χτύπημα στο κρανίο, για ποιον λόγο να το διαβάσουμε;” είχε δηλώσει πολύ εύστοχα ο Φραντς Κάφκα. Διηγήματα όπως αυτά του Μπουλγκάκοφ σίγουρα ανήκουν σε αυτήν την κατηγορία διότι είναι γραμμένα από έναν γιατρό στο επάγγελμα, όπως είναι ο Μπουλγκάκοφ. Εδώ καταγράφει μέσω του ήρωα πρωταγωνιστή του, νεαρού γιατρού, όλο το χρονικό και τα σκηνικά τα οποία συνάντησε κατά την άσκηση του λειτουργήματός του. Ο Μπουλγκάκοφ γράφει, από την εμπειρία του ως γιατρός, ένα ευαίσθητο, φιλοσοφημένο και γεμάτο προβληματισμούς κείμενο διότι η ζωή η ίδια είναι γεμάτη προβλήματα και προκλήσεις, ειδικά τα της υγείας. Εκεί στη μέση του πουθενά παλεύει να θεραπεύσει ανθρώπους που δεν έχουν που την κεφαλή κλίναι, ανθρώπους ανήμπορους που δεν έχουν άλλη σωτηρία και άλλη λύση παρά τον μόνο εκπρόσωπο του Θεού που έχει στα χέρια του τις ζωές τους. Υπάρχει μία δόση ανασφάλειας, αγωνίας και περίλυπης ατμόσφαιρας στο κείμενο, ένα κείμενο που παίζει με την συνείδηση και την ενσυναίσθηση του πόνου των ανθρώπων, των απλών ανθρώπων, των μουζίκων, εκείνων με τους οποίους ασχολήθηκε τόσο ο Τσέχοφ, γιατρός και ο ίδιος στο επάγγελμα όσο και ο σπουδαίος Ντοστογιέφσκι.
Θεράπων ιατρός και συγγραφέας επισκέπτεται ανθρώπους και τους επουλώνει τον πόνο
Μιας και μιλήσαμε για τον Τσέχοφ, να θυμηθούμε τον Αντρέι Έφιμιτς από το διήγημα του Τσέχοφ Ο θάλαμος αρ. 6, μια ιστορία που εκτυλίσσεται σε μία κλινική μίας επαρχιακής πόλης, έναν φιλήσυχο και πολύ ευαίσθητο άνθρωπο, μία μορφή που αν βάδιζε δίπλα μας θα την εξυφαίναμε ως αόρατη, ως μη ούσα. Η ιστορία τόσο του Τσέχοφ όσο και του Μπουλγκάκοφ έχουν ως πρωταγωνιστή τους την ίδια την ζωή, είναι πολύ ενδιαφέρον πως όλοι αυτοί οι μεγάλοι της λογοτεχνίας επικεντρώνονται σε αυτό που οι απλοί άνθρωποι αδυνατούμε να αντιληφθούμε. Πως είμαστε δηλαδή κλειδωμένοι στις σκέψεις μας, βαθιά εσωστρεφείς με τάσεις αλληλοσπαραγμού και υποχθόνιου μίσους ο ένας για τον άλλο. Αυτό χαρακτήριζε τις κοινωνίες του χθες, αυτό κηλιδώνει τις κοινωνίες του σήμερα, αυτό θα στιγματίζει τις κοινωνίες του αύριο. Ο Μπουλγκάκοφ μακριά από τις σοβαρές πολιτικές εξελίξεις της εποχής του, μακριά από ιδεολογικές αγκυλώσεις, μακριά από τα μίση και τις έχθρες που βίωσε από τον σταλινισμό, μακριά από τον χλευασμό τον οποίο υπέστη, αφιερώνεται σε αυτό που γνωρίζει πολύ καλά, τη συγγραφή -και σε αυτό του είμαστε ευγνώμονες.
Ο Μπουλγκάκοφ περιγράφει δύσκολες και πολύ επώδυνες καταστάσεις ανθρώπων που βρίσκονται ένα βήμα πριν τον θάνατο, σε κρίσιμη κατάσταση και εκείνος μέσω του πρωταγωνιστή του καλείται να επουλώσει τις πληγές στην ψυχή τους και να τους σώσει τη ζωή. Τα διηγήματά του τα χτίζει με προσοχή πάνω σε ανθρώπινα και αληθινά θεμέλια, τα οποία είναι ετοιμόρροπα και εύθραυστα γιατί ο άνθρωπος είναι τρωτός. Ο Μπουλγκάκοφ περιγράφει στα έργα του έναν κόσμο στάσιμο αλλά και δραστήριο, ικανό να αλλάξει αλλά λόγω των συνθηκών δεν μπορεί να απαγκιστρωθεί από τα σίδερα στα οποία των έχουν δέσει σαν έναν άλλο Προμηθέα. Είναι συμπονετικός, αλληλέγγυος και παρηγορητικός στον ανθρώπινο πόνο και την δυστυχία. Βρίσκεται λόγω της ιδιότητάς του κοντά σε αυτήν την καταβεβλημένη από τις κακουχίες και τις αγκυλώσεις της εξουσίας κοινωνία και υφαίνει σε κάθε του γραμμή τη σχέση του αυτή με τους ανθρώπους της. Εμείς κατανοούμε πόσο η κοινωνία δεν έχει διόλου μεταβληθεί αλλά καθίσταται όλο και πιο τερατώδης, δογματική και κυρίως ματαιόδοξη.
«Τι πληγές δεν έραψα. Πόσες και πόες πυώδεις πλευρίτιδες δεν αντιμετώπισα, σπάζοντας πλευρά, πόσες και πόσες πνευμονίες, τύφους, καρκίνους, σύφιλες, κήλες (που έκανα καλά), αιμορροΐδες, σαρκώματα» γράφει ο ίδιος για όσα πέτυχε μέσα από το λειτούργημά του. Καταθέτει με την ψυχή του έναν κόσμο πονεμένο και σαφώς βασανισμένο, έναν κόσμο ξεχασμένο από το καθεστώς και το σύστημα το πολιτικό που δεν νοιάζεται για τίποτε άλλο από την εξουσία. Εκεί στην ύπαιθρο όπου μεταβαίνει παρατηρεί ο ίδιος με τα δικά του μάτια ανθρώπους στα όρια της ανέχειας, ο ίδιος βιώνει ανείπωτες συνθήκες όπου δεν έχει ούτε τα στοιχειώδη και καλείται με την λίγη εμπειρία που έχει να τους θεραπεύσει. Τα λόγια του είναι πραγματικά τόσο δραματικά που κόβουν την ανάσα του αναγνώστη: «Από πού και ως πού δεν αντιμετώπισα ψυχικές αρρώστιες; Η ψυχιατρική αξίζει τον σεβασμό μας… τέλος πάντων, ας την αφήσουμε αυτή… Τώρα σε πρώτη γραμμή είναι οι παιδικές αρρώστιες… και ξανά παιδικές αρρώστιες και ξανά… και κυρίως αυτή η ατελείωτη συνταγογράφηση για τα παιδιά… Φτου διάολε… Τι δόση πιραμιντόν να δώσεις σ’ ένα δεκάχρονο; 0,1 ή 0,14; Το ξέχασα. Και αν είναι τρίχρονο;». Οι αποφάσεις του κρέμονται λοιπόν από μία πολύ λεπτή κλωστή και ο ίδιος ακροβατεί, είναι ένας σχοινοβάτης που καλείται να λάβει καίριες αποφάσεις σε τόσο σύντομο διάστημα και με το βάρος της ζωής ή του θανάτου να τον αγγίζει στην ψυχή καθώς ζωές εξαρτώνται από εκείνον,
Ο Μπουλγκάκοφ είχε μπει στο στόχαστρο της κυβέρνησης καθώς δεν υπηρετούσε τα ιδεώδη και τις οδηγίες, δεν ήταν διόλου αρεστός για αυτά που έγραφε, ήταν λοιπόν κόκκινο πανί. Προς επίρρωση αυτών στο τέλος της έκδοσης διαβάζουμε μία έκκλησή του προς την κυβέρνηση να τον αφήσει ήσυχο τόσο εκείνον όσο και το έργο του, ζητά πίσω την ελευθερία του λόγου και της έκφρασης, να μην τον καταδικάζουν για τα όσα πιστεύει, να φανούν μεγαλόψυχοι απέναντί του. Μια έκκληση που προφανώς ποτέ δεν εισακούστηκε. Μέσα από αυτά τα διηγήματα επιτελεί κοινωνικό έργο μιας και καταπιάνεται με την συγγραφή ενός έργου που είναι διαποτισμένο από την προσωπική του εμπειρία. Έπειτα, με την οξυδέρκεια ενός ρεαλιστή και παρατηρητή της ζωής κατακεραυνώνει το κοινωνικό σύστημα πρόνοιας ανοίγοντας τον δρόμο για μια αλλαγή που οφείλει να συμβεί χθες. Ένα κείμενο με πλήθος διδαχών από έναν δεξιοτέχνη του λόγου που αξίζει να διαβαστεί.
«Ολόκληρα τα βράδια τα περνάω μόνος, ολομόναχος. Ανάβω τη λάμπα και κάθομαι. Στη διάρκεια της ημέρας συναντάω ακόμα ανθρώπους. Αλλά δουλεύω μηχανικά. Τη δουλειά τη συνήθισα. Δεν είναι και τόσο τρομερή όσο πίστευα παλαιότερα. Εδώ που τα λέμε βοήθησε πολύ το νοσοκομείο στον πόλεμο. Όπως και να το κάνουμε, δεν ήρθα και εντελώς αγράμματος εδώ πέρα»



