Michael Kimball, Ο Μεγάλος Ρέι, Εκδόσεις Κίχλη

Η ιδανική εικόνα ενός παιδιού είναι η χαρούμενη παιδική ηλικία, οι φωνές του να παίζει με τους γονείς του και να απολαμβάνει ανέμελα και ξέγνοιαστα μια παιδική ηλικία μακριά από άσχημες εικόνες και σκέψεις. Είναι και η παρέα παππούδων και γιαγιάδων να το μεγαλώνουν, να του διαβάζουν παραμύθια, να το νανουρίζουν, θυμίζοντάς του πως δεν είναι μόνο και πως πάντα υπάρχει εκεί κάποιος να το φροντίζει και να το νοιάζεται. Είναι όμως αυτή η πραγματικότητα ίδια για όλα τα παιδιά; Δυστυχώς, όχι, υπάρχει και η άλλη πλευρά του νομίσματος, αυτή της κακοποιητικής και βίαιης συμπεριφοράς, ενός πατέρα με το τέρας να ξεχωρίζει, είναι η εμπειρία του Ντάνι, είναι η ιστορία του Ντάνι, την οποία αφηγείται ο Κίμπαλ σε αυτό το πραγματικά συγκινησιακά φορτισμένο κείμενο. Δεν διακρίνουμε όμως μόνο συγκίνηση, αποτροπιασμό και πολλές φορές αηδία για αυτά που περιγράφονται και τα οποία δεν αξίζουν σε κανένα παιδί. Ο αφηγητής Ντάνι είναι ιδιαίτερα σκωπτικός και με βιτριολικό χιούμορ ξετυλίγει την εικόνα ενός κακού πατέρα, ενός πατέρα ο οποίος δεν κατάφερε να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων και δυστυχώς να μείνει στην ιστορία για τους λάθος λόγους.

Η ανείπωτη τραγωδία ενός γιου, ο οποίος βιώνει την αυτοκαταστροφή του ίδιου του πατέρα

Στην Άννα Καρένινα, ο εμβληματικός Λέων Τολστόι είχε γράψει πως όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες μοιάζουν πάνω κάτω η μία με την άλλη, ενώ κάθε δυστυχισμένη οικογένεια βιώνει την δυστυχία της με το δικό της τρόπο. Αυτό όντως εφαρμόζεται πλήρως σε αυτό το μυθιστόρημα καθώς ένας γιος αφηγείται τη ζωή του παχύσαρκου πατέρα του, ενός πατέρα που δεν κατάφερε να απλώσει στο παιδί του ψήγματα αγάπης και τρυφερότητας, παρά μια πικρή εμπειρία και να του εμφυσήσει έλλειψη ενσυναίσθησης σαν το παιδί του να ήταν κάποιος ξένος με τον οποίο δεν είχε την παραμικρή σχέση και άρα του ήταν παντελώς αδιάφορος. Πρόκειται για ένα δύσκολο και σκληρό ταξίδι στη ζωή με έναν πατέρα του οποίου η συμπεριφορά δεν ήταν και η καλύτερη δυνατή καθώς ο γιος βιώνει μια δυσάρεστη παιδική, εφηβική και ενήλικη ζωή. Ο Ντάνι, ο αφηγητής, είναι αιχμάλωτος και όμηρος ενός πατέρα σε αποδρομή, ενός πατέρα που δεν έχει τη δυνατότητα να κινηθεί καθώς είναι παχύσαρκος και πολλές φορές ο ίδιος ο Ντάνι έτσι όπως τον βλέπει στην πολυθρόνα να κοιμάται νομίζει πως είναι νεκρός. Ο Ρέι, ο πατέρας, βουλιάζει σε μια ζωή δίχως ζωή και μαζί του παρασέρνει και τον γιο του, σε ένα παρόν δίχως μέλλον.

Η αφήγηση του Κίμπαλ είναι αποστομωτική και τόσο πραγματική, είναι μια αφήγηση από ένα υπόγειο όπου όλα είναι βουβά και κανείς δεν μπορεί να αντιληφθεί τον πόνο και την στενοχώρια ενός γιου που παρακολουθεί έναν πατέρα σε πλήρη αποσύνθεση και διάλυση, έναν πατέρα να μην μπορεί να ανταπεξέλθει ούτε στα πιο βασικά, δηλαδή να προσέχει τον εαυτό του και να είναι ανεξάρτητος. Ο Ντάνι είναι σε συνεχή επιφυλακή καθώς γνωρίζει πως το απευκταίο όλο και πλησιάζει και ο πατέρας του σύντομα θα βρεθεί μέσα στον τάφο, απόρροια μιας κατάστασης μη αναστρέψιμης που ο ίδιος βιώνει τόσο τραυματικά. Δεν είναι μια εικόνα σκληρή όλα όσα διαβάζουμε, είναι η απεικόνιση μιας πραγματικότητας, η οποία μπορεί να συμβαίνει στη διπλανή οικογένεια καθώς ουδείς γνωρίζει τι δράμα εκτυλίσσεται πίσω από κλειστές θύρες και παραθυρόφυλλα. Στην εποχή της τεχνολογίας όπου όλα γίνονται αθόρυβα και τόσο ήσυχα, ο πόνος είναι ακόμα πιο ηχηρός καθώς δεν υπάρχει κανείς να τον μοιραστείς και πρέπει κάποιος αφυπνισμένος πολίτης να καταλάβει τι συμβαίνει για να ειδοποιήσει και κάποιος να παρέμβει. Η ιστορία του Κίμπαλ δεν είναι δυστυχώς ένα σπάνιο συμβάν και φαινόμενο, τείνει να γίνει με το πέρας του χρόνου μια απόλυτη κανονικότητα και αυτό είναι εξόχως τρομακτικό.

Ο Κίμπαλ μέσα στην τραγικότητα προσπαθεί να επιστρατεύσει το χιούμορ και μια πιο ανάλαφρη ατμόσφαιρα, ωστόσο είναι τόσο θλιβερό το σκηνικό που η όλη του αφήγηση έχει στοιχεία κωμικοτραγικά. Κάθε απόπειρα να διακωμωδήσει το περιστατικό οδηγείται σε ακόμα μεγαλύτερη δραματικότητα, σαν αυτά τα πάθη του να μην έχουν τέλος και ο χρόνος να κυλά τόσο αργά και βασανιστικά. Θα είναι άραγε ο θάνατος του πατέρα του η δική του προσωπική λύτρωση; Μοιάζει αυτή να είναι η μόνη λύση και σκέψη που θα τον βγάλει από το αδιέξοδο της δικής του ζωής καθώς ο Ρέι δεν έχει πιθανότητα να βελτιωθεί αλλά συνεχώς να χειροτερεύει. «Κάθε φορά που σκέφτομαι πως ο πατέρας μου είναι νεκρός, νιώθω λες και είμαι κάποιος άλλος. Κάθε φορά που δεν σκέφτομαι πως ο πατέρας μου είναι νεκρός, νιώθω λες και είμαι ο εαυτός μου». Αυτή είναι η αλήθεια του Ντάνι, αυτός είναι ο κόσμος του, ένας κόσμος χωρίς τον τοξικό Ρέι από τον οποίο δεν έχει τις καλύτερες αναμνήσεις, ένας πατέρας που αποτελεί βάρος για την συνέχιση της ίδιας του της ζωής καθώς και ο ίδιος πρέπει κάποτε να ζήσει απαλλαγμένος από βαρίδια, ελεύθερος και ανεξάρτητος.

Η αφήγηση του Κίμπαλ με τις μικρές παραγράφους εντείνουν το πατρικό δράμα και οδηγούμαστε σε κάποια είδους κορύφωση του δράματος αυτού ενώ είναι καταιγιστικός στα όσα περιγράφει. Ο αναγνώστης νιώθει να συμπάσχει με το δράμα που εκτυλίσσεται σαν το συμβάν να είναι μέσα στην ίδια του τη ζωή και αυτό είναι που ο Κίμπαλ καταφέρνει, να μας αιχμαλωτίσει στη ζωή του Ντάνι, ο κόσμος του να γίνει κόσμος μας και να εκφράσουμε την συμπαράστασή μας. «Ο πατέρας μου διέλυε έπιπλα. Υπήρχαν κάποιες καρέκλες στις οποίες δεν καθόταν. Κάθε καναπές που πέρασε από το σπίτι μας κατέληγε με μια μικρή στοίβα τούβλων κάτω από τα σημεία όπου είχε ραγίσει ο σκελετός, ώστε να μπορεί να κάθεται ο κόσμος χωρίς να γλιστράει προς το μέσο του». Τελικά, η ζωή του Ντάνι ήταν μια διαλυμένη καρέκλα και ο ίδιος έμπαινε σε ένα διαλυμένο σπίτι, ο ίδιος δε ένιωθε πως τα πάντα είχαν ραγίσει μέσα του και γλιστρούσε όλο και περισσότερο σε μια καταστροφή που τον ρουφούσε μέσα της. Είναι τόσο στενόχωρο τα παιδιά να βιώνουν πως τα ίδια βουλιάζουν επιβεβαιώνοντας την ρήση πως αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα.

«Συνήθως το ξυλοφόρτωμα δεν κρατούσε πολύ και συνήθως δεν μου άφηνε σημάδια. Σχεδόν ποτέ δεν είχα αμυχές ή μελανιές στο πρόσωπο ή στο κάτω μέρος των χεριών μου, τίποτα που να ήταν ορατό πάνω από τον γιακά μου ή έξω από τα μανίκια μου»