Αέναα ερωτευμένος με τη γυναίκα, τη ζωή και το πινέλο (Γράμμα στον Αμεντέο Μοντιλιάνι)

Στη ζωή σου πάντα αγαπούσες. Ισχύει πως μεγάλωσες σε μια φτωχή οικογένεια και πως έζησες δύσκολες στιγμές. Εκεί στο Λιβόρνο, όπου γεννήθηκες, είδες από νωρίς ένα μαγικό όνειρο να λάμπει για σένα. Ως μικρός Αμεντέο ήσουν ένα γλυκό αγοράκι που κυκλοφορούσε ανέμελο και χαρούμενο γνωρίζοντας ίσως από τότε πως η ζωή είναι πολύ μικρή και οφείλουμε να την πιούμε ως την τελευταία σταγόνα, όπως τον αψίνθιο που θα έπινες μεγαλώνοντας χωρίς μέτρο. Είχες πει στην αγαπημένη σου Ζαν, αυτήν που συνάντησες στο εργαστήρι ζωγραφικής που είχες γραφτεί και την οποία αγάπησες κεραυνοβόλα από την πρώτη στιγμή και με την πρώτη ματιά πως μόλις γνωρίσω την ψυχή σου θα γνωρίσω τα ματιά σου. Και το έκανες αθεόφοβε και παιχνιδιάρη, όπως τότε που ήσουν μικρός και δεν φοβόσουν να μπαίνεις κάτω από τα φουστάνια των γυναικών, από τότε ήσουν ένας μικρός ζωντανός ερωτιδέας. Σου άρεσαν όμως όλες οι γυναίκες. Το άλλο φύλλο ανέκαθεν σε σαγήνευε και σε συγκινούσε. Το βλέμμα αυτό των θηλυκών υπάρξεων σε εκστασίαζε. Ερέθιζε τόσο το μέσα σου όσο και τα ραδιοκύματα του εγκεφάλου σου. Αναζητούσες και εσύ όπως και ο Ρενουάρ που κάποτε επισκέφθηκες στο σπίτι του και είδες τα έργα του από κοντά, τη δική σου αιώνια μούσα και όταν την αντίκρυσες την απαθανάτισες χαρίζοντάς μας τις διαχρονικές και αξεπέραστες προσωπογραφίες, τις οποίες σήμερα θαυμάζει όλος ο κόσμος. Το πινέλο υπήρξε η προέκταση του χεριού σου και η επέκταση του ασταθούς νου σου. Στο πινέλο και στα χρώματα εξέφρασες τον ανείπωτο έρωτάς σου ακριβώς όπως έκανες και στο ποτό που σε κέρδισε από την πρώτη στιγμή και σε αιχμαλώτισε μια για πάντα, γιατί υπήρξε η συντροφιά σου μέχρι το τέλος. Το βράδυ ξενυχτούσες και η Ζαν σε περίμενε για ώρες γεμάτη ανησυχία ενώ εσύ αγκαλιά με τις σκέψεις σου και τον ονειρικό του κόσμο απογειωνόσουν σε μια άλλη διαφορετική πραγματικότητα. Μόντι υπήρξες για τον κόσμο εξωπραγματικός, ένας μοναδικός πρίγκιπας, ένας περιπλανώμενος, ένας flâneur, όπως συνήθιζε να λέει και ο αγαπημένος σου Μπωντλαίρ που τόσο αγαπούσες. Ποιητής του χρώματος και γητευτής των προσώπων, τα έντυνες με αυτό το αινιγματικό βλέμμα, το γεμάτο μυστήριο βλέμμα που ο θεατής έπρεπε να αποκρυπτογραφήσει μη έχοντας παρά λίγα στοιχεία για να το πράξει. Εμπνευσμένος από κυκλαδικά ειδώλια έκρυψες στα πορτραίτα όλη την ομορφιά του κόσμου. Δημιούργησες έργα που μιλούν στην αιωνιότητα και πότισες με το άρωμα του κορμιού σου και της ανάσας σου την τέχνη της ζωγραφικής. Εμείς που σήμερα σε μνημονεύουμε και εγώ που με όλο μου το είναι σου απευθύνομαι έχω μόνο λίγα λόγια για να σε ευχαριστήσω. Έχω μόνο λίγες φτωχές λέξεις για να σου εκφράσω εκ μέρους της ανθρωπότητας την ευγνωμοσύνη μας για όσα άφησες πίσω σου κληρονομιά αιώνια. Ήθελες να μείνεις και άλλο, να συνεχίσεις να μας μαγεύεις με την όμορφη και ανεξήγητη τρέλα σου, το ευχάριστο χαμόγελό σου, την τρυφερή σου καρδιά και αυτή την ασυγκράτητη παιδικότητα που ανέκαθεν σε διέκρινε. Και όμως, σαν τον Μπαχ που έγραψε για τα πάθη των αγίων, έτσι και εσύ αγαπημένε μου Μόντι άφησες τα πάθη σου να σε κυριεύσουν ολοκληρωτικά και να σε συνεπάρει το γλυκό μα και τόσο επικίνδυνα μεθυστικό πιοτό. Γύρναγες τα ξημερώματα βυθισμένος στη μέθη και σε έβρισκαν σαν τον επαίτη που τον είχε πάρει ο ύπνος  να ξεροσταλιάζει στο χιόνι. Δεν έδινες σημασία παρά στα μεγάλα της ζωής, τα ουσιαστικά, τα απλά. Οι πλατείες ήταν το σπίτι σου, ήταν ο τόπος που προσκυνούσες τον αιώνιο Διόνυσο που σου έριχνε τις μεθυστικές του σταγόνες για να συνεχίσεις να φτιάχνεις εικόνες στο μυαλό σου. Εκεί πάλεψες με τις ερινύες που στροβιλίζονταν στο μυαλό σου και σε φυγάδευαν στα χρόνια της παιδικότητάς σου. Γιατί για μένα ήσουν ένα αιώνιο παιδί που είχε για παιχνίδια τα πινέλα και τα λαμπερά χρώματα. Όταν η ζωή σου αρνιόταν τη χαρά, εσύ ζωγράφιζες αλλοτινές πολιτείες και σμίλευες το ξύλο τόσο τρυφερά, μιας και το μάρμαρο υπήρξε για σένα απαγορευμένος καρπός λόγω της ασθένειάς σου, η οποία από μικρό σε ταλαιπωρούσε και ήξερες πως μπορεί από στιγμή σε στιγμή στο θάνατο να σε στείλει. Μόντι, το Παρίσι σου άνοιξε τις αγκάλες του και μεταμορφώθηκε σε λιμάνι που άραξες μια για πάντα ρίχνοντας γερή άγκυρα. Το Παρίσι έγινε το πλοίο σου, αυτό το πλοίο όμως που ποτέ δεν φοβόταν να βγει στα ανοιχτά και ύστερα πάλι να δένει στο λιμάνι για να ξαποστάσει. Στο Παρίσι συνήθιζες να μαλώνεις με τον αιώνιο αντίζηλό σου, τον Πικάσο που είχε καταφθάσει και αυτός εκεί και απολαμβάνοντας όμως πολύ περισσότερα από σένα. Εκείνος είχε τα χρήματα, τα μοντέλα, τη φήμη, την επιτυχία ενώ εσύ όχι. Τσαντιζόσουν με τη θρασύτητά αυτού του ζωγραφικού γίγαντα και όμως αυτός τελικά ήταν που στο νεκροκρέβατό του, χρόνια πολλά μετά τη δική σου φυγή, ήταν που ψιθύρισε το όνομά σου. Και αυτό πολυμήχανε Οδυσσέα, το ξέρεις καλά πως ήταν κάτι που είχες από νωρίς προβλέψει. Εκείνος δε με τη σειρά του πώς θα ήταν δυνατόν να σε ξεχάσει, αφού το ταλέντο σου τον είχε στοιχειώσει όπως άλλωστε και όλους όσοι σε γνώρισαν. Πέρναγες μαγικά βράδια στην Πόλη του φωτός που φώτιζε την ψυχή σου. Αξιώθηκες να έχεις φίλους πιστούς και επιστήθιους, όπως τον Ζάντκιν, τον Ουτρίγιο, φίλους με τους οποίους σε ένωνε όχι μόνο η τέχνη αλλά και δεσμός αδερφικός γιατί υπήρξες, όταν ήθελες φυσικά, ανοιχτό βιβλίο που ο καθένας μπορούσε να διαβάσει. Έτσι λοιπόν εκείνοι, όπως και η Ζαν, έγραψαν στο βιβλίο της ψυχής σου διθυράμβους και ύμνους για το όνομά σου το θαυμαστό. Ήσουν μόνιμα σε επαφή με κάθε λογής αναξιοπαθούντες, ανέργους, άπορους, πόρνες. Αυτούς ήθελες να υμνήσεις με το έργο σου. Εκεί έγκειται και η μεγάλη σου επιτυχία και το όνομά σου σήμερα συγκαταλέγεται στους δασκάλους της σύγχρονης ζωγραφικής. Οι πλατείες και τα μπαρ που σύχναζες ήταν κατά μία έννοια η προέκταση του εργαστηρίου σου, έτσι όπως οι ιμπρεσιονιστές σαράντα περίπου χρόνια πριν έβγαιναν στην ύπαιθρο για να έρθουν σε επαφή με τη φύση έτσι και εσύ ως άλλος υπαιθριστής ψυχών κυκλοφορούσες στην πόλη για να νιώσεις τον παλμό των ανθρώπων και μετά να ζωγραφίσεις τον καθένα και την καθεμία ξεχωριστά χωρίς καμία επιτήδευση ή παρέμβαση. Το παιδί μέσα σου δεν έπαψε ποτέ να σε καθοδηγεί, του μιλούσες και σου μιλούσε, το αγαπούσες μέχρι θανάτου και πολλές φορές σου έλεγε παραμύθια για να ξεχαστείς, γιατί η ζωή σου παρά τα προβλήματα που ουδέποτε σε απασχόλησαν, υπήρξε ένα ζωντανό παραμύθι. Υπό την επήρεια των παθών σου, σαν άλλος Χριστός που ανέβαινε τον Γολγοθά του, πάντα με αυτά πορεύτηκες ακόμα και όταν ήξερες πολύ καλά πως η αρρώστια της φυματίωσης από την οποία υπέφερες και σε ταλαιπωρούσε από μικρό παιδί δεν είχε γιατρειά, ούτε και καμία θεραπεία. Ακόμα και τότε ψύχραιμος και γεμάτος ζωή μέσα σου αθεόφοβε μικρέ τυμπανιστή τραγουδούσες και δεν σταμάτησες να ζεις ούτε για μια στιγμή. Δεν έπαυσες να ονειρεύεσαι, να μυρίζεις το άρωμα των λουλουδιών, να γεύεσαι τη γεύση του τσιγάρου στο στόμα σου αν και σου το είχαν απαγορεύσει, να σκορπίζεσαι στους ανέμους και στους δρόμους και δίχως κανείς να γνωρίζει, να σχεδιάζεις, να σμιλεύεις, να κάνεις έρωτα ξανά και ξανά σαν αιώνιος έφηβος που μόλις τον ανακάλυψε. Πώς μπόρεσες να είσαι τόσο φρέσκος και τόσο πυρετωδώς χαρούμενος χορεύοντας κάτω από τη βροχή σαν να είσαι ο μόνος χορευτής πάνω στη γη; Κανείς δεν μπόρεσε να σε καταλάβει αλλά και κανείς δεν μπόρεσε να μείνει ασυγκίνητος από την ευρύτητα της καλοσύνης σου, της χαράς που εξέπεμπες, από την ευγένεια του λόγου και του χαρακτήρα σου. Μέχρι και την κυρία στο ληξιαρχείο μάγεψες, τότε που πήγες να καταθέσεις τα χαρτιά του γάμου σου και να της ζητήσεις την εγγραφή στο μητρώο και εκείνη δεν μπόρεσε να σου αρνηθεί την εξυπηρέτηση παρά το γεγονός πως το ωράριό της είχε λήξει. Είχες μια γλυκύτητα στο στόμα σου, μια ευκολία να κάνεις τους ανθρώπους γύρω σου να σε αγαπάνε και να σε φροντίζουν παρά το γεγονός πως τους πίκραινες με την τσαπατσουλιά σου και τη λήθη σου. Η Ζαν, σε περίμενε για ώρες γεμάτη αγωνία στο σπίτι να γυρίσεις και όταν σε έβλεπε μπροστά της και παρά το θυμό της δεν μπορούσε παρά να ανταποκριθεί στο αίτημά σου να υπηρετήσει τη φλόγα σου για έρωτα γιατί και η ίδια φλεγόταν σαν ηφαίστειο από πόθο μόνο για σένα, μέχρι που και την οικογένειά της απαρνήθηκε για χάρη σου. Ήταν αδύνατο για εκείνη να μη δεχτεί τον πόθο σου, τα χάδια σου, να γίνει δική σου κάθε λεπτό και κάθε στιγμή της μέρας, ακόμα και τα ξημερώματα που σε περίμενε ξάγρυπνη και ήθελε να σε πνίξει που τη βασάνιζες τόσο απροκάλυπτα. “Αργά τη νύχτα μπορούσε κανείς να τον δει πλάι στη Ζαν Εμπιτέρν, σιωπηλή, εξαντλημένη, καχεκτική, με τις μακριές της κοτσίδες στην πλάτη, αγνή, τρυφερή, μία αληθινή Παναγία δίπλα στον θεό της” είχε γράψει ένας κοινός σας φίλος, το θυμάσαι αυτό ή μήπως το ξέχασες όπως συνηθίζεις; Την αγαπούσες και εσύ με έναν πολύ ιδιαίτερο και μοναδικό τρόπο αλλά εκείνη ήξερε αν και δεν της άρεσε να το παραδέχεται πως δεν της ανήκες γιατί ανήκες σε όλες τις γυναίκες και την ίδια στιγμή δεν ανήκες πουθενά παρά μόνο στον εαυτό σου. Ήσουν αποκλειστικός εκπρόσωπος της ζωγραφικής σου και της καλλιτεχνικής σου ιδιοφυίας και κανείς δεν μπορούσε να σου κλέψει, ούτε καν να το σκεφτεί άλλωστε αυτή την πρωτοκαθεδρία. Οι μορφές των πορτραίτων σου έχουν κάτι το αρχετυπικό. Είναι μορφές μίας παγκόσμιας και τοτεμικής αντίληψης: από την πρωτόγονη μέχρι την αρχαιοκλασική και από τη γοτθική μέχρι την επανάσταση του εικοστού αιώνα. Έτσι όπως οι Αρχαίοι Έλληνες και Αιγύπτιοι έθαβαν τους νεκρούς τους με τα αγαπημένα τους αντικείμενα έτσι μοιάζεις και εσύ εφευρετικέ Μοντιλιάνι να στολίζεις και να ντύνεις με κοσμήματα, σκουλαρίκια και καπέλα τα πρόσωπα σου σε μία κίνηση να τα απαθανατίσεις. Ζωγραφίζεις τη μοναξιά των ανθρώπων, την αντανάκλαση της ψυχής τους, τα ενδόμυχα συναισθήματά τους που κρύβονται πίσω από αυτό που ο θεατής βλέπει σε πρώτο πλάνο. Και σε αυτά καθρεφτίζεις την ανήσυχη και διψασμένη για αγάπη ψυχή σου. Στις γυναικείες μορφές και ειδικά σε αυτή της συντρόφου σου Ζαν αποτίνεις φόρο τιμής στην ιερατική μορφή της Μαρίας καθώς η ζωή της Παναγίας, της δικής σου Παναγίας φαίνεται να περιπλανιέται και να επαναλαμβάνεται σε αυτές τις μοντέρνες εικόνες της μητρότητας, παραπέμποντας σίγουρα στη μητέρα σου και τη θεία σου που υπήρξαν για σένα οι μέντορες σου όταν ο πατέρας σου ήταν απών. Η γυναικεία φιγούρα είναι για σένα η ενσάρκωση της τρυφερότητας, της φροντίδας, της στοργής, στοιχεία που βρήκες αργότερα στη Ζαν, συμπληρώνοντας έτσι το τρίπτυχο των γυναικών της ζωής σου. Τώρα η αύρα σου έχει αφεθεί να μας πλανεύει μέσα από τους πίνακές σου, αυτούς που έχουν την ικανότητα και μιλάνε τη γλώσσα σου με την ιδιαίτερη προφορά σου και τη σαγήνη που εκπέμπουν. Μόντι, σε χαιρετώ για τώρα και θυμήσου καλά πως πολύ σύντομα θα ανταμώσουμε αφού το έργο σου είναι για πάντα παρόν. Όσο για την προσωπική όπως άλλωστε και την καλλιτεχνική σου ζωή είναι σε αρκετά μεγάλο βαθμό συνυφασμένη και συνδεδεμένη με τον μύθο του “καταραμένου καλλιτέχνη”, maudit στα γαλλικά, θύματος του ιερού και αξεπέραστου χαρίσματος της αξεπέραστης καλλιτεχνικής σου δημιουργίας. Και αυτό το Μόντι δεν θα μπορούσε να μην είναι συνδεδεμένο Μόντι με την κατάρα σου που ήταν όμως και ευλογία.

—————————————————–

Ο Αμεντέο Μοντιλιάνι (1883-1920) υπήρξε Ιταλός ζωγράφος και γλύπτης που μεγαλούργησε στο Παρίσι των αρχών του 20ου αιώνα χαράζοντας μια πορεία μυθιστορηματική στο χώρο των τεχνών. Χαρακτηριστική του εργογραφία αποτελούν οι προσωπογραφίες των γυναικών με τα κλειστά μάτια, τα οποία εμπνεύστηκε από κυκλαδικά και άλλα αφρικάνικα ειδώλια. Είχε την τύχη με τη συντροφιά της μητέρας του να επισκέπτεται γνωστούς τόπους της Ιταλικής καλλιτεχνικής παραγωγής όπως είναι η Ρώμη, η Φλωρεντία, η Νάπολη και η Βενετία. Ειδικά στη Φλωρεντία θα γευτεί την κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρα την οποία θα ξαναβρεί εκστασιασμένος λίγα χρόνια αργότερα στο Παρίσι. Η μητέρα του αναφέρει σχετικά: “Ο Ντέντο δεν κάνει τίποτε άλλο από το να ζωγραφίζει, αλλά το κάνει όλη μέρα, κάθε μέρα, μ’ ένα πάθος που με ξαφνιάζει και με μαγεύει”. Και τέλος ο περίφημος ζωγράφος του κυβισμού Georges Braque είχε γράψει για αυτόν: “Νομίζαμε ότι εκείνα τα σκίτσα, εκείνοι οι καβγάδες, εκείνες οι αγκαλιές θα διαρκούσαν για πάντα”.