Χρειάζεται δεξιοτεχνία και γνώση της ιστορίας καθώς και της αστυνομικής πλοκής αλλά και του πώς να παντρεύεις τόσο αρμονικά τα δύο στοιχεία αυτά ώστε να μπορείς να γράψεις ένα ακόμα πιο συναρπαστικό μυθιστόρημα από το προηγούμενο, εννοώ το Έγκλημα και μνήμη. Ο Ντιντιέ Ντενένξ είναι ένας αριστοτέχνης του λόγου και της αφήγησης και αγγίζει τον αναγνώστη από την πρώτη έως την τελευταία σελίδα σε ένα μείγμα αγωνίας και ιστορίας/πολιτικής, ένα είδος μείγματος στο οποίο οι Γάλλοι συγγραφείς έχουν χτίσει τη δική τους σχολή χρόνια τώρα. Αυτό βέβαια που είναι η βάση ώστε να προκύψει ένα τόσο εξαιρετικό μυθιστόρημα είναι ένα κομμάτι έρευνας από τη μεριά του συγγραφέα καθώς από τις σημειώσεις του βιβλίου ο αναγνώστης μπορεί να καταλάβει πόσο έχει εντρυφήσει ο Ντενένξ σε αυτό που ονομάζουμε πολιτικό νουάρ. Η μετάφραση του Βασίλη Παπακριβόπουλου είναι το κερασάκι στην τούρτα μιας εξαιρετικής εκδοτικής συνταγής για μια ακόμα φορά από τις εκδόσεις Κέδρος.
Η παρούσα έκδοση είναι ένα ακόμα εξαιρετικό δείγμα από έναν άνθρωπο που κάλυψε για χρόνια το αστυνομικό ρεπορτάζ και είδε εκ των έσω τα όσα συνέβαιναν κοινωνικά, πολιτικά και ιστορικά στη γαλλική επικράτεια. Έχει, όσο λίγοι, τη γνώση από τη μία και την σωστή ανάγνωση των γεγονότων από την άλλη. Γεγονότα, τα οποία καλύπτει, και με οδηγό τον λογοτεχνικό του οίστρο και την αφηγηματική δεινότητα που λίγοι κατέχουν καταφέρνει και γράφει δύο ιστορίες που αιχμαλωτίζουν την προσοχή. Ο Ντενένξ και σε αυτό το βιβλίο δεν παραμένει δέσμιος των αυτοματοποιημένων και ανούσιων αφηγήσεων, δεν χτίζει απλά μια ιστορία για να δελεάσει άσκοπα το αναγνωστικό κοινό. Πηγαίνει την αφήγηση υπεύθυνα και επιδέξια ένα βήμα παραπέρα έχοντας διττό ρόλο, αυτόν του αφηγητή και δημοσιογράφου αλλά παράλληλα και αυτόν του πολιτικού και ιστορικού αναλυτή που μελετάει τα γεγονότα εις βάθος.
Πίσω από την κουρτίνα της πολιτικής, κυριαρχεί και επικρατεί ο βρώμικος κόσμος της συνωμοσίας
Το μυθιστόρημα αυτό καλύπτει ένα ευρύ φάσμα ιστορίας της Γαλλίας, από την Κατοχή της Γαλλίας από τους Γερμανούς και την περίφημη δωσίλογη κυβέρνηση του Βισύ, στον πόλεμο της Αλγερίας και ύστερα στα περίφημα γεγονότα του Μάη του 1968. Ο Ντενένξ γνωρίζει πώς να χρησιμοποιεί την ιστορία μέσα από τις πηγές της και πώς να ντύνει το μυθιστόρημα με την αστυνομική πλοκή για να προσδώσει έναν αέρα μυστηρίου, όχι πάντως επιτηδευμένου. Ο Κλεμάν Ντιπρέ είναι το εργαλείο στα χέρια του Ντενένξ για να περιγράψει όλο το σάπιο σύστημα των δωσίλογων την εποχή του Ναζισμού, οι οποίοι και είχαν καταλύσει στον περίφημο πύργο Ζιγκμαρίνγκεν. Ο Ντιπρέ σταδιοδρομεί κάθε φορά επί «πτωμάτων», με την έννοια πως πάντα βρίσκεται στην λάθος πλευρά της ιστορίας και συμμαχεί με κάθε είδους αποβράσματα της πολιτικής σκηνής ενώ ο ίδιος εμπλέκεται σε κάθε είδους βρώμικη δουλειά που εναντιώνεται ουσιαστικά στο καλό της χώρας του. Είναι ένα κοινό κάθαρμα, ακριβώς όπως τον ονομάζει ο Ντενένξ, είναι μια σκοτεινή μορφή προδοσίας και συνωμοσίας που σκοπό έχει να χρησιμοποιήσει την ασύδοτη εξουσία. Αυτή την εξουσία έχει στα χέρια του και με αυτήν πορεύεται, τροφοδοτείται και επιζεί πάνω στην ανηθικότητα και την δολοφονία χαρακτήρων, αυτό είναι το επάγγελμά του και αυτό προωθεί δίχως να το κρύβει.
Ο μεταφραστής εκτός από την εξαιρετική μετάφραση από τα γαλλικά μας παρέχει πλήθος πληροφοριών μέσα από τις σημειώσεις, τις οποίες βρίσκουμε στο τέλος της έκδοσης. Πρόκειται για σημειώσεις που αναφέρονται σε πρόσωπα της κάθε εποχής, συνεργάτες των δωσίλογων και άλλους ανθρώπους μηχανές στον ρόλο του προστάτη. Με αποκαλυπτική διάθεση, ο Ντενένξ ξεδιπλώνει μέρος της ιστορίας πίσω από τους δωσίλογους του Βισύ που είχαν καταφύγει και καταλύσει σε έναν πύργο στην Γερμανία, τον πύργο Ζιγκμαρίνγκεν για να γλιτώσουν από την λαίλαπα της ναζιστικής κατοχής. Εκεί βέβαια βρήκαν καταφύγιο έχοντας προηγουμένως συνθηκολογήσει με τον Χίτλερ παραδίδοντας ένα κομμάτι της Γαλλίας στα χέρια του και προδίδοντας αξίες και αξιοπρέπεια στο όνομα της ευζωίας και της αποφυγής των δεινών. Εν μέσω πολέμου απολάμβαναν της προστασίας του Χίτλερ, βρίσκονταν μακριά από βασανισμούς, αλλά αιχμάλωτοι ουσιαστικά της ίδιας τους της επιλογής και των αμφιλεγόμενων προθέσεών τους. Ο στρατάρχης Πεταίν, στον οποίο αναφέρεται καθώς και οι συν αυτώ, αυτοί οι δειλοί άνθρωποι που προτίμησαν την παράδοση των «όπλων» από την αντίσταση των συμπατριωτών τους, γεύτηκαν μία προσωρινή ηρεμία και ζούσαν σαν φαντάσματα σε έναν πύργο από τον οποίο εκδιώχθηκαν οι νόμιμοι κάτοικοί του, η οικογένεια των Χοεντσόλερν.
«Οι Γερμανοί μας ζήτησαν να συλλάβουμε περισσότερες από είκοσι χιλιάδες Εβραίους, στις 16 Ιουλίου, από τις τέσσερις το πρωί. Σύμφωνα με τα αρχεία που έχουμε καταρτίσει, αυτός ο αριθμός αντιστοιχεί στο ένα τέταρτο των Εβραίων που έχουμε καταγράψει. Οι ομάδες που είναι επιφορτισμένες με τις συλλήψεις θα ενεργήσουν με τη μεγαλύτερη δυνατή ταχύτητα, χωρίς περιττά λόγια και χωρίς σχόλια». Πολλοί αντιστασιακοί βρέθηκαν δολοφονημένοι ύστερα από την υπόγεια και υποδόρια δράση του Κλεμάν Ντιπρέ, ο οποίος δρα πάντα στο παρασκήνιο και κινεί τα νήματα της εσχάτης προδοσίας, μια προδοσία για την οποία ποτέ δεν απολογείται και κυρίως δεν τιμωρείται. Πρόκειται για ένα πρόσωπο καθαρά συμφεροντολόγο, για μία φυσιογνωμία που προσπαθεί να κερδίσει εντυπώσεις και πάντα να κυριαρχεί ως ηγέτιδα μορφή στην υπηρεσία του κακού. Η ιστορία γράφεται από τους παρόντες και όχι από τους απόντες, όλα τα πρόσωπα που ενεπλάκησαν τόσο στην δωσίλογη κυβέρνηση όσο και στα αποτρόπαια εγκλήματα στην Αλγερία αλλά και σε άλλες περιοχής όπως στην Ινδοκίνα, λογοδοτούν σε αυτήν καθώς η ιστορία είναι αμείλικτη και δεν συγχωρεί. Η ιστορία είναι εκεί να μας θυμίζει τις λάθος επιλογές, τις παραλείψεις μα και τις πράξεις και δη τις εγκληματικές όπως συνέβη εδώ.
«Οι γαλλικές υπηρεσίες είχαν αποφασίσει να ξαναχρησιμοποιήσουν την κομπίνα της Κόκκινης Χείρας για να καλύψουν μερικές δεκάδες στοχευμένες δολοφονίες, ηγετικών στελεχών της εξέγερσης, Ευρωπαίων συνεργών τους, αλλά και διακινητών όπλων, δικηγόρων και διανοουμένων «μεταφορέων βαλιτσών»



