Θέατρο και τέχνη

Guillem Clua, Το χελιδόνι, Κάπα εκδοτική

Με ρωτούν κάποιες φορές με ποιο κριτήριο επιλέγω τα έργα που μεταφράζω, δηλαδή τα περισσότερα, αν σκεφτεί κανείς ότι από τα εκατό πάνω-κάτω μεταφρασμένα μέχρι σήμερα, είναι ζήτημα αν φτάνουν σε διψήφιο αριθμό όσα μεταφράστηκαν κατ’ ανάθεση κάποιου θιάσου.
Η αλήθεια είναι πως η επιλογή έχει δυσκολέψει τα τελευταία χρόνια, λόγω της ποσότητας αλλά και της ποιότητας των έργων που γράφονται στον ισπανόφωνο κόσμο. Διαβάζω καθημερινά τουλάχιστον ένα νέο έργο. Όσα με ενδιαφέρουν, τα γράφω αρχικά σε μια λίστα που την έχω βαφτίσει “καραντίνα”. Σε αυτήν επιστρέφω συχνά, όταν πλησιάζει ο καιρός να αρχίσω μια μετάφραση, ξαναδιαβάζω κάποια έργα, αφαιρώ μερικά για τα οποία έχω αλλάξει γνώμη μετά τη δεύτερη ανάγνωση και τελικά επιλέγω αυτό που θα μεταφράσω. Αυτή είναι κατά κανόνα η διαδικασία. Η τακτική και νοικοκυρεμένη.
Υπάρχουν όμως και οι εξαιρέσεις, που το νοικοκυριό πάει περίπατο, γιατί ενσκήπτει έρως σφοδρός. Υπάρχουν έργα που με την πρώτη ανάγνωση αφήνω στη μέση ό, τι άλλο κάνω για να ξεκινήσω τη μετάφρασή τους. Έργα που μόλις τα διαβάσω νιώθω πως “δεν υπάρχει παρά μόνο ένα άλογο στον κόσμο, και είναι αυτό που κυνηγάω”. Σε αυτή την κατηγορία ανήκει και Το Χελιδόνι. Γράφοντας μάλιστα αυτό το σημείωμα συνειδητοποιώ ότι όσα έργα του Γκιλιέμ Κλούα έχω μεταφράσει ήταν όλα έρωτες σφοδροί. Δεν πέρασαν ποτέ από την “καραντίνα”· Killer, Δέρμα στις φλόγες, Μάρμπουργκ, Smiley, Το Χελιδόνι, το καθένα για πολλούς και διαφορετικούς λόγους, αλλά και για έναν κοινό: με έκαναν να δακρύζω, από τα γέλια ή από τη συγκίνηση.


Το Χελιδόνι ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Είναι ένα έργο που συγκίνησε βαθιά, όχι μόνο εμένα αλλά και όλους αυτούς που το διάβασαν, πριν ακόμα να δει τα φώτα της σκηνής. Η ιστορία μιας μεγάλης απώλειας, ο θρίαμβος της αγάπης και της ζωής πάνω στο μίσος και τον θάνατο, η δίκαιη μεταχείριση των χαρακτήρων από τον συγγραφέα, η αλήθεια τους, η λυτρωτική κάθαρση που περαίνει “δι’ ελέου και φόβου” τα “παθήματά” τους, ο τρόπος με τον οποίο δίνονται δραματουργικά όλα αυτά και άλλα πολλά, είναι που κάνουν Το Χελιδόνι ένα έργο που συγκινεί και θα συγκινεί, όσο η φύση των ανθρώπων παραμένει ίδια. Όσο οι άνθρωποι, είτε καθισμένοι γύρω από τη φωτιά είτε καθισμένοι στις καρέκλες του θεάτρου, περιμένουν κάποιον αφηγητή να τους παρουσιάσει με τέχνη και μαεστρία μια συναρπαστική ιστορία. (Μαρία Χατζηεμμανουήλ, Μεταφράστρια).


Jean-Baptiste de Moliere, Ο Μισάνθρωπος, Εκδόσεις Βακχικόν

Ο Μισάνθρωπος είναι αναμφίβολα το πιο αινιγματικό έργο του Μολιέρου. Η αντιπαράθεση του Αλσέστ με την υποκριτική κοινωνία της εποχής του, τον οδηγεί μοιραία στην απομόνωση. Η εμμονή του στην ηθική, τον καθιστά τελικά μισάνθρωπο. Αντιθέτως, ο μοναδικός του φίλος, ο Φιλέντ, μοιάζει να επιβραβεύεται για τη μετριοπαθή και συμβιβαστική στάση του.
Οι αδυναμίες του Αλσέστ, που άλλες φορές παρασύρουν και τον ίδιο σε υποκριτική στάση, ενώ άλλες τον καθιστούν σκληρό και άκαμπτο για να τον οδηγήσουν στην τελική του έξοδο, δεν ακυρώνουν το μεγαλείο της στάσης του αλλά το συμπληρώνουν, προσδίδοντάς του έναν τραγικό χαρακτήρα. Παρουσιάζουν το θέαμα μιας διαρκούς σύγκρουσης, μέσα στην οποία κάθε άνθρωπος μπορεί να αναγνωρίσει τον εαυτό του και να τον υπερβεί.
Η παρούσα μετάφραση ακολουθεί το γαλλικό πρωτότυπο στην πρώτη έκδοση του 1667 και έγινε έπειτα από ανάθεση της ομάδας 4Frontal για την παράσταση «Ο_Μισ@νθρωπος» στο θέατρο θησείον. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου).


Henrik Ibsen, Η αγριόπαπια, Θέατρο Πορεία

“Αν έχεις εσύ δίκιο κι εγώ άδικο, τότε δεν αξίζει να τη ζει κανείς αυτή τη ζωή.”
Ο Γκραίγκερς γυρίζει στην πατρίδα του έπειτα από χρόνια απουσίας σ’ ένα ερημικό μέρος, όπου ανέπτυξε τη φιλοσοφία του για τη ζωή, την οποία αποκαλεί “επιταγή του ιδεώδους” και συνοψίζεται στον αγώνα για επίτευξη της αλήθειας με κάθε θυσία. Επιστρέφοντας ξανασυναντά τον παιδικό του φίλο Γιάλμαρ Έκνταλ, ο οποίος ζει σε μία πλάνη ως προς την οικογενειακή του γαλήνη, τη συζυγική του ευτυχία και το μέγεθος της προσωπικότητάς του. Ο Γκραίγκερς τον θεωρεί τότε ιδανικό παραλήπτη για την “επιταγή” του και επιχειρεί να οδηγήσει την οικογένεια Έκνταλ στη συνειδητοποίηση της ψευδαίσθησής της και να “σώσει” με κάθε κόστος την αγριόπαπια από τον βυθό.
Η αλήθεια πρέπει να αποκαλύπτεται, όποιο κι αν είναι το κόστος, διότι μόνο τότε μπορεί κανείς να γίνει κοινωνός της ιδεώδους ζωής, υποστηρίζει ο Γκραίγκερς κατά την αντιπαράθεσή του με τον Ρέλινγκ πάνω στη μοίρα του Γιάλμαρ. Το ζωτικό ψεύδος είναι η θεραπεία διά πάσαν νόσον, αντιτείνει ο πνευματικός του αντίπαλος. Ο Χένρικ Ίψεν, ένας από τους μεγαλύτερους στοχαστές κι επαναστάτες του παγκόσμιου θεάτρου, για άλλη μια φορά αποκαθηλώνει πρότυπα γράφοντας την Αγριόπαπια, μια ποιητική και γεμάτη συμβολισμούς τραγικωμωδία για τα ζωτικά ψεύδη και τις μετα-αρετές μας, που διαδραματίζεται μέσα στο χάσμα δύο οικογενειών.
Ο σκηνοθέτης της παράστασης, Δημήτρης Τάρλοου, σημειώνει: “Σε μια χώρα όπου η συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας τρέφεται από τα ζωτικά της ψεύδη, ιδεολογικά και ιστορικά, σε μια χώρα που κανείς δεν θέλει να κοιτάζει τον εαυτό του στον καθρέφτη, σ’ έναν τόπο που έχει εξορίσει ό,τι αληθινό και ουσιώδες, που έχει μετατρέψει τη φύση σε τσιμέντο, εκεί μας μεταφέρει η Αγριόπαπια. Στην πατρίδα των παθιασμένων αγωνιστών με τις φουσκωμένες τσέπες, εκείνων που εξαιτίας των δικών τους τραυμάτων, συμπλεγμάτων και ανεπαρκειών δεν διστάζουν να καταστρέψουν τα πάντα γύρω τους, σ’ έναν τόπο αυταπάτης, ντρόγκας και ακραίου συμφέροντος. Σε μια χώρα με θύματα παιδιά και εφήβους που σαν τις κυνηγημένες από τις άθλιες καραμπίνες αγριόπαπιες, χώνουν το κεφάλι μέσα στην λάσπη του βυθού και μένουν για πάντα εκεί. Ακίνητα και σιωπηλά.” (Από την παρουσίαση της παράστασης).


N. G. Cernisevski, Τέχνη και πραγματικότητα, Ελεύθερος Τύπος

Ο Νικολάι Τσερνυσέφσκι υπήρξε όχι μόνον ένας από τους τρεις μεγάλους Ρώσους κριτικούς λογοτεχνίας, αλλά και ένας διακεκριμένος επιστήμονας, αυθεντικός στοχαστής, πρωτοπόρος στο κίνημα για την ριζοσπαστική επίλυση του αγροτικού ζητήματος, καθώς και αδιάλλακτος εχθρός της φεουδαρχίας. Στο παρόν βιβλίο, στο οποίο εξετάζει την αισθητική σχέση μεταξύ τέχνης και πραγματικότητας, ασκώντας κριτική στην ιδεαλιστική αντίληψη περί τέχνης, συμπεραίνει ότι η πραγματικότητα είναι ανώτερη από την τέχνη, ότι η τέχνη καθρεφτίζει την πραγματικότητα και ότι δεν είναι τόσο τέλεια όσο τα αντικείμενα, τα φαινόμενα και τα γεγονότα της πραγματικής ζωής που εικονίζει. Με ιδιαίτερη έμφαση μάλιστα τονίζει πως απέναντι στα έργα τέχνης η υλική πραγματικότητα έχει τα πρωτεία. Ο Τσερνυσέφσκι υπήρξε ένθερμος υπερασπιστής των υψηλών ιδανικών στην τέχνη και στην λογοτεχνία, τα οποία, όπως πίστευε, μπορούν να πραγματοποιηθούν μόνον όταν ο συγγραφέας βρίσκεται στην εμπροσθοφυλακή της κοινωνίας, όταν, όχι μόνο εικονίζει στα έργα του την πραγματικότητα, αλλά και την εξηγεί και εκφράζει την γνώμη του γι’ αυτήν, όταν, τέλος, ενεργεί σαν κήρυκας των προοδευτικών ιδεών της εποχής του. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου).


Roberto-Garsia de Mesa, Άμλετ Post-scriptum, Εκδόσεις Βακχικόν

Ο Άμλετ Post Scriptum του Ρομπέρτο Γκαρσία ντε Μέσα, γεννήθηκε στις αρχές της οικονομικής κρίσης, καρπός της αγανάκτησης απέναντι σε μια Ευρώπη που είχε αποστασιοποιηθεί από τη νεολαία, από το μέλλον, όταν όλα κατέρρεαν. Αυτός ο νέος Άμλετ, ο οποίος δεν έχει καμία σχέση με τη βασιλική καταγωγή, προσπαθεί να βρει κάποιες εξηγήσεις για να καταλάβει τι είναι αυτό που συνέβη ή πώς άρχισε η κρίση. Την ίδια στιγμή, η μητέρα του η Γερτρούδη, έχει αποστασιοποιηθεί από αυτόν, σχεδόν από όλα και προσπαθεί να ανακτήσει την ίδια της τη ζωή, να καταφέρει να επαναπροσδιορίσει τον εαυτό της. Αυτός ο Άμλετ, επίσης χωρίς την Οφηλία πια, εξερευνά τα παράδοξα που επιδρούν στη μέθη της εξουσίας, στις υπερβολές της πολιτικής, στην οικογένεια και στις διάφορες μορφές της έλλειψης επικοινωνίας, στην απαγωγή της δημοκρατίας και στην ατομική ελευθερία. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου).