O Καμύ (μεταφυσική εξέγερση) και ο Ντοστογιέφσκι (αφού θα πεθάνω τελικά τίποτε δεν έχει σημασία) αναρωτιούνται για λογαριασμό όλων μας γιατί ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος σε θάνατο. Ο Καζαντζάκης λέει ότι το μόνο που μας συνοδεύει όταν γεννιόμαστε γυμνοί είναι ο θάνατος, το μόνο βέβαιο στοιχείο της πορείας μας στην γήινη ζωή. Ο Νίτσε προχωρά ένα βήμα παρακάτω και φονεύει τον Θεό που μας καταδίκασε. Ο Κάφκα ντύνει αυτήν την αναπόδραστη καταδίκη με ένα νομικό περίβλημα: αφού μας έχει αποδοθεί η εσχάτη των ποινών τότε είμαστε ένοχοι για κάτι απέναντι σε κάποιον. Το κάτι και το κάποιο τα αφήνει κενά να τα συμπληρώσει ο καθένας όπως νομίζει. Έμμεσα εδώ προκύπτει – σαν προϋπόθεση μιας τέτοιας θέσης – η πίστη του Κάφκα στην ισχύ ενός παγκοσμίου φυσικού νόμου, του νόμου της δικαιοσύνης αλλά και έναν μηχανισμό με κάποιον στην κορυφή του. Η καταδίκη όμως είναι προδιαγεγραμμένη, άρα ποια δικαιοσύνη μπορεί να εννοεί ο – νομικός – Κάφκα. Εδώ είναι η αντίφαση. Η αντίφαση αυτή εντείνεται από διάφορα γεγονότα, όπως ότι ο ναός της δικαιοσύνης και ο δικαστής είναι απροσπέλαστοι, ο ένοχος δεν μπορεί να γνωρίζει την κατηγορία και δεν έχει δικαίωμα να προσπαθήσει να απολογηθεί η να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Ο Κάφκα δεν μπορεί να το εξηγήσει με νομικούς όρους, δηλαδή με τους κανόνες της λογικής. Κατά τα αλλά υπάρχει ένας πολυσχιδής όσο και γραφειοκρατικός μηχανισμός, ο οποίος φροντίζει να οδηγηθεί ο ένοχος στον θάνατο ούτως ή άλλως. Θεωρεί λοιπόν τον θάνατο αδικαιολόγητη απρέπεια της δημιουργίας προς το δημιούργημα της, την Ανθρωπότητα.Περισσότερα



