Στη Μεταμόρφωση, στο εμβληματικό αυτό βιβλίο του Φραντς Κάφκα, ο συγγραφέας αναφέρεται στην κακοποιητική συμπεριφορά του πατέρα του, σε έναν πατέρα που επέβαλλε στον γιο του τα δικά του θέλω και καθρέφτιζε σε αυτόν όσα ο ίδιος δεν είχε πετύχει. Ο Κάφκα μιλά στη Μεταμόρφωση για έναν κακοποιητικό πατέρα, για έναν πατέρα αυταρχικό και απολυταρχικό, έναν πατέρα από τον οποίο προσπαθούσε να ξεφύγει γιατί ήταν ένας εφιάλτης η ζωή μαζί του. Σε αυτό το σπουδαίο μυθιστόρημα, ο Κάφκα αποτυπώνει την πολλές φορές σκληρή συμπεριφορά των γονέων ενώπιον των παιδιών τους, μια συμπεριφορά που δεν συνάδει με τους όρους μιας υγιούς ζωής ως προς την ψυχολογία ενός παιδιού. Αμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα αναφέρει ένα ρητό και εδώ αυτό αποτυπώνεται απόλυτα. Ο Έρμαν Έσσε στο μυθιστόρημα Κάτω από τον τροχό πραγματεύεται το ζήτημα αυτό δέκα χρόνια νωρίτερα και μέσα από τα δικά του μάτια, προσπαθώντας να εξηγήσει με συμβολικό τρόπο μέσα από τις περιγραφές του τη βασανιστική ζωή που περνάει ο Χανς Γκίμπενρατ, ο πρωταγωνιστής του και ήρωας του βιβλίου του.
Παλεύοντας να αποδείξεις πως αξίζεις και τελικά καταλήγεις όμηρος των προσδοκιών των άλλων
Οι εξοντωτικές εξετάσεις, ο αγώνας για την αριστεία και η πίεση που νιώθει ένας νέος από τους γονείς, το ευρύτερο οικογενειακό περιβάλλον καθώς και από φίλους και γνωστούς μπορεί τελικά να έχει τραγικά αποτελέσματα μιας και όλοι αυτοί πολλές φορές προσπαθούν να καθρεφτίσουν στον νέο όσα οι ίδιοι δεν μπόρεσαν ή δεν είχαν τη δυνατότητα να πραγματοποιήσουν. Στη σημερινή εποχή όπου όλα τρέχουν με ταχύτητα και ρυθμούς άλλους από εκείνους τους οποίους περιγράφει ο Έσσε, πολλοί νέοι οδηγούνται σε αυτοκτονικά επεισόδια και σε κατάθλιψη επειδή αδυνατούν ουσιαστικά να αντέξουν το βάρος, το οποίο έχουν επωμιστεί. Μελετούν ατελείωτες ώρες, αποστηθίζουν, δεν κοιμούνται, δεν τρώνε σωστά και δεν έχουν γαλήνη διότι τους καταπιέζουν να πετύχουν τους στόχους, στόχους τους οποίους πολλές φορές θέτουν άλλοι για αυτούς, ενώ μια αποτυχία – η οποία είναι μέσα στο πρόγραμμα όσο καλός και αν είναι κάποιος – μπορεί να θεωρηθεί αποτυχία μιας ολόκληρης οικογένειας και άρα αυτή στιγματίζεται από τον περίγυρο. Αυτές οι συνθήκες είναι τιμωρητικές για ένα παιδί που προσπαθεί να γευτεί τις χαρές μιας εφηβείας αλλά τον εμποδίζουν οι κοινωνικές επιταγές.
Ο Έσσε, στοχαστής και φιλόσοφος εκτός από συγγραφέας, πραγματεύεται ήδη από το 1906 ένα ζήτημα που θα απασχολήσει γενιές και γενιές, άρα με προφητικό σχεδόν τρόπο μιλάει ανοιχτά για την ηθική πίσω από την επιτυχία και τον τρόμο πίσω από την ενδεχόμενη αποτυχία. Τι ορίζει κάποιον επιτυχημένο και τι αποτυχημένο; «Δεν σε χειροκροτούν, μελέτα. Σε χειροκροτούν, μελέτα περισσότερο» έγραφε χαρακτηριστικά ένας μεγάλος φιλόσοφος αποδεικνύοντας πως η μελέτη οφείλει να είναι αναπόσπαστο κομμάτι ενός ανθρώπου που υπηρετεί την γνώση ανεξάρτητα αν τον επιβραβεύουν ή όχι. Η περίπτωση του Χανς Γκίμπενρατ είναι ένα παράδειγμα πως ένας νέος με έφεση και κλίση στα γράμματα μπορεί να μετατραπεί σε αποδιοπομπαίο τράγο, να οδηγηθεί στην απόλυτη τρέλα όταν όλοι έχουν προεξοφλήσει την σίγουρη επιτυχία του ενώ ο ίδιος παλεύει με τους δαίμονές του και επιχειρεί να ικανοποιήσει όλους όσοι έχουν επενδύσει με τον λάθος τρόπο σε αυτόν.
Στο εξαιρετικά διαφωτιστικό επίμετρο της έκδοσης γραμμένο από τον Φόλκερ Μίχελς και αναφορικά με τα παραπάνω, αναφέρεται αυτό που ο ίδιος ο Έσσε έγραφε χαρακτηριστικά σε μια σύντομη βιογραφία του το 1921: «Εκείνες τις μάχες τις κατανόησα δύο δεκαετίες αργότερα, τότε απλώς υπήρχαν και με περιέβαλλαν, άθελά μου, ως τρομερή δυστυχία. Τα πράγματα είχαν ως εξής: Από τα δεκατρία μου χρόνια ένα πράγμα ήξερα με βεβαιότητα, ή θα γινόμουν ποιητής ή αλλιώς δεν ήθελα να γίνω απολύτως τίποτα». Σε αυτά τα λόγια συμπυκνώνει ήδη από πολύ νωρίς όλα όσα είχε ο ίδιος στο μυαλό του για την πορεία της ζωής του κάτι που αποδεικνύει την ένταση με την οποία αντιμετωπίζει τις επιλογές του. Ή ποιητής η τίποτα. Ο Μίχελς συνεχίζει γράφοντας πως «οι γονείς και οι δάσκαλοι του Έσσε δεν διέφεραν πολύ από τους δικούς μας γονείς και δασκάλους. Πίστευαν πως έκαναν ό,τι καλύτερο για τα παιδιά τους, όμως έκαναν πολλά λάθη, ακριβώς επειδή επιδίωκαν «το καλύτερο» με τέτοιο ζήλο, που δεν δίσταζαν, αν ήταν απαραίτητο, να τσακίσουν τη βούληση του παιδιού προκειμένου να επιτύχουν την προσαρμογή του στα δεδομένα της ζωής με ομαλό και βιώσιμο τρόπο».
Ο κόσμος μας δεν διαφέρει πολύ από τον κόσμο της εποχής του Έσσε με την έννοια πως μπορεί οι εποχές να αλλάζουν, ωστόσο οι άνθρωποι δεν αλλάζουν και διαπράττουν τα ίδια λάθη σχεδόν με πανομοιότυπο τρόπο. Στην έκδοση υπάρχει και ένα κείμενο του ίδιου του Έσσε όπου εξηγεί την ιστορία του δύστυχου αλλά περήφανου Άλφρεντ, σπουδαστή στο μοναστήρι του Μάουλμπρον, μια ιστορία συγκλονιστική με άδοξο τέλος, το ίδιο τέλος που είχε και ο Χανς Γκιμπενρατ. Ο Έσσε αποτίνει φόρο τιμής στον Άλφρεντ που έχασε τη ζωή του εξαιτίας της αντίστασής του στο ναζιστικό καθεστώς, στον άνθρωπο του οποίου τα χειρόγραφα δεν σώθηκαν ποτέ και ο οποίος απέτυχε στις εξετάσεις του για εισαγωγή στη θεολογική σχολή. Όλα αυτά που καταγράφει ο Έσσε το 1954 είναι η απόδειξη πως η λογοτεχνία και η τέχνη γενικότερα παρακολουθεί στενά τη ζωή και υπενθυμίζει πως καμία τέχνη δεν μπορεί να είναι αποκομμένη από την ίδια την κοινωνία και τους ανθρώπους της, η τέχνη είναι ο καθρέφτης της ίδιας της ζωής όσο άγρια, σκληρή και βάναυση και αν είναι αυτή. Ο Έσσε σφράγισε την πορεία του στα γράμματα με τα επερχόμενα σπουδαία του βιβλία αλλά και με τα δοκίμιά του θυμίζοντας πως δεν του απονεμήθηκε τυχαία το βραβείο Νόμπελ.
«Μάλιστα, κύριε καθηγητά, αυτό το παιδί θα μπορούσε να είχε γίνει κάτι σπουδαίο. Δεν είναι κρίμα να πηγαίνουν χαμένοι ειδικά οι καλύτεροι;»



