Ο Βαν Γκογκ είχε αποτυπώσει στους πίνακές του την καθημερινή ενασχόληση των αγροτών με τις εργασίες τους και είχε φιλοτεχνήσει με σεβασμό αλλά και θαυμασμό στο έργο τους όλη την σκληράδα της δουλειάς αυτής καθώς όμως και τον κόπο τους. Επίμονος παρατηρητής της εργασίας των απλών αυτών ανθρώπων στην ύπαιθρο ήταν παρών στην συγκομιδή των καρπών, στην σπορά, στον θερισμό και στην αγιασμένη αυτή εργασία τους που τόσο υπέροχα αποφάσισε να τιμήσει μέσω των έργων του. Η Mary Webb, σε αυτό το απαράμιλλης ομορφιάς μυθιστόρημα, ξετυλίγει το πλαίσιο ζωής στις αρχές του 19ου αιώνα εκεί όπου σμίγουν από την μία πλευρά η απληστία, η κακοδαιμονία, οι ανθρώπινες αδυναμίες που καθιστούν τον άνθρωπο αιχμάλωτο της τρωτότητάς του και από την άλλη η καλοσύνη, η εργατικότητα, η αγνότητα, η αγάπη για την φύση και τα όσα προσφέρει στον άνθρωπο. Πρόκειται για ένα εκ των κορυφαίων λογοτεχνικών διαμαντιών διότι δεν είναι μόνο η αφήγηση της Γουέμπ, είναι η όλη ατμόσφαιρα της εποχής που περιγράφεται ενώ είναι και τα μηνύματα που παραμένουν διαχρονικά και εις το διηνεκές για τον σύγχρονο άνθρωπο, αυτόν που πάντα θα μαστίζεται από την υπεροψία, την απληστία, την φιλοχρηματία.
Αναμέτρηση ανάμεσα στον δαίμονα και τον άγγελο, η φύση παλεύει ενάντια στην πραγματικότητα
Έχει ένα κεντρικό συμβολικό μήνυμα το μυθιστόρημα, ένα μυθιστόρημα που έχει θεολογικές μα και φιλοσοφικές προεκτάσεις, καθώς η πρωταγωνίστρια Προύντενς – στα αγγλικά σημαίνει φρονιμάδα και σύνεση – αντιπροσωπεύει ουσιαστικά το καλό ενώ ο αδερφός της είναι η φωνή του δαίμονα, ο αντίλαλος ενός διαβόλου που βάζει τον σύγχρονο άνθρωπο σε πειρασμούς και τον οδηγεί σε αποφάσεις ολέθριες για την ψυχή του. Ο Σωκράτης είχε μέσα του το δικό του δαιμόνιο, το οποίο τον καθοδηγούσε ουσιαστικά να μην πράττει ό,τι δεν υπηρετεί τις αρχές και τις αξίες του και ήταν αφοσιωμένος στο καλό σε όλη τη διάρκεια της ζωής του ακόμα και όταν η απόφαση του δικαστηρίου, η λάθος απόφαση της Ηλιαίας τον καταδίκασε σε θάνατο. Η Γουέμπ αυτές τις διδαχές, τις αρχέγονες υπηρετεί στο βιβλίο αυτό, είναι υπέρμαχος της καλλιέργειας της ψυχής, αυτά που είπε και ο Αριστοτέλης στο δικό του βιβλίο Περί ψυχής. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη αρετή από την προσήλωση στην ταπεινότητα, τις αγαθές και δίχως κακεντρέχεια πράξεις ενώ παράλληλα την αποφυγή της δουλείας προς το χρήμα. Διότι όπως έλεγε και ο Χριστός, δεν μπορείς να υπηρετείς και εμένα και το χρήμα. Να σημειωθεί εδώ πως η μετάφραση της Άννας Σικελιανού, αυτή η εξαίσια και τόσο ποιητική μετάφραση διαπνεόμενη από λυρικότητα και ρομαντισμό εξυψώνει και απογειώνει το βιβλίο αναδεικνύοντάς το στην ελληνική γλώσσα.
Ο Άγγελος Σικελιανός, ο οποίος διάβασε το βιβλίο και είχε βαθιά εκτίμηση στο έργο της Γουέμπ είχε γράψει τα δικά του σχόλια, η έκδοση αυτή εμπεριέχει λοιπόν δική του εισαγωγή στην οποία διαβάζουμε τα εξής πολύ ενδιαφέροντα: «…σ’ όλο το βιβλίο, εκείνο που γοητεύει είν’ ακριβώς αυτή η βαθύτατα σταθερή ανταπόκριση σε κάθε φράση και σε κάθε λέξη της ανθρώπινης ψυχής και της γύρω φύσης. Όχι, όπως σωστά λέει ο Stanley Baldwin, στον πρόλογο της αγγλικής έκδοσης, πως οι χαρακτήρες στο έργο δεν είναι δυνατοί και με συνέπεια διαγραμμένοι. Αλλά το ξεχωριστό θέλγητρο του έργου είναι προπάντων αυτή η διαρκής συνήχηση, η σ’ ένα αδιαίρετο σύνολο συνύφανση των προσώπων του έργου και των γύρω του πραγμάτων». Η Γουέμπ συμπυκνώνει πεποιθήσεις και μια φιλοσοφία ιδιαίτερα εδραιωμένη στις αρχές του προπροηγούμενου αιώνα, τότε που η εκβιομηχάνιση και η βιομηχανική επανάσταση είχαν αρχίσει να οδηγούν τους ανθρώπους στην επιστροφή στη μητέρα φύση ως τη μόνη διέξοδο από τα αδιέξοδα, τα οποία ειρήσθω εν παρόδω είναι σήμερα με την κλιματική κρίση ακόμα πιο ηχηρά και επικίνδυνα. Κατά κάποιο τρόπο λοιπόν, όπως τα βιβλία Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα δέντρα του Ζαν Ζενέ ή Το κάλεσμα της άγριας φύσης του Τζακ Λόντον, αυτό το βιβλίο μπορεί μέσα στην πολυεπίπεδη διάστασή του, να χαρακτηριστεί και ως ένα πρώιμο οικολογικό μυθιστόρημα, καλεί τον άνθρωπο να επαναπροσδιορίσει την θέση του στον κόσμο και να επανεφεύρει, κατά μία έννοια, την χαμένη σχέση του με την φύση ως τη μόνη λύση επιβίωσης.
«Αχ, το φαρμάκι», ψιθύρισα, «τ’ ακριβό φαρμάκι!» Αυτή η κουβέντα για τα λεφτά άρχισε αληθινά να με κουράζει, σαν ένα τραγούδι χιλιοειπωμένο και μισητό απ’ την αρχή. Ο Γεδεών είχε μιλήσει στον Γκρεμπλ για την Τζένσις κι, όπως εκείνη δεν τολμούσε να σηκώσει κεφάλι σ’ ό,τι έλεγε, έκανε νόημα στον πατέρα της και του είπε: «Η γυναίκα του Γκρεμπλ θέλει να με πάρει, πατέρα, αν σας αρέσει». Το ακριβό φαρμάκι είναι μια πικρή ζωή δίχως τέλος, ένα ατέρμονο μονοπάτι φτώχειας πλην όμως τιμιότητας και αντίστασης στα δεινά μιας ζωής ανήθικης και μέσα στα πάθη και τους πειρασμούς. Η Προύντενς έχει ένα πρόβλημα στην εμφάνισή της και πολλοί την θεωρούν δαιμονική, σαν ένα τέρας που κυκλοφορεί ανάμεσά τους αδυνατώντας να δουν το μεγαλείο που κρύβει η ψυχή της. Είναι μια σχεδόν άγια ανάμεσα σε ανθρώπους, όπως δυστυχώς ο αδερφός της, οι οποίοι ζουν για το τώρα και για την αμαρτία, για ένα παρόν προσωρινό έχοντας απωλέσει πλήρως κάθε έννοια συγκράτησης και καθαρότητας, είναι βουτηγμένοι στο τίποτα και την βρωμιά του χρήματος και του κακού που μολύνει τις ψυχές τους.
Η Προύντενς έχει την αγάπη μέσα της, είναι απαλλαγμένη από όλα αυτά γιατί έχει κατανοήσει πως έχει να παραδώσει την ψυχή της και σαν άλλη Υπατία υπομένει τα δύσκολα και τα δυστυχή περιμένοντας τη Δευτέρα παρουσία για να ανέλθει στους ουρανούς μιας αιώνιας ευτυχίας. Η Κατερίνα Σχινά στο εξαιρετικό επίμετρο του βιβλίου γράφει με έμφαση και συγκινησιακή φόρτιση: «Αυτό το βιβλίο το μετάφρασα κλαίοντας συχνά, γιατί εκείνο τον καιρό ζούσα με την ίδια αγάπη που ένιωθε και η ηρωίδα του βιβλίου, κι ακόμη γιατ’ είχα γνωρίσει για πολλά χρόνια τη χαρά της σιωπής και της μοναξιάς, πλάι στη μεγάλη φύση, όπως κι εκείνη. Σήμερα δεν θα ‘πρεπε να μιλώ για τη μοναξιά στη φύση. Η μοναξιά βρίσκεται μόνο στους ανθρώπους της πολιτείας». Η Γουέμπ μπορεί και μεταλαμπαδεύει έναν αιώνα μετά το λαμπερό φως της αφήγησης που δεν είναι άλλο από τον καθρέφτη της ίδιας της της ψυχής.
«Το παρελθόν δεν είναι παρά το παρόν που έγινε αόρατο και άφωνο και ακριβώς επειδή είναι αόρατο και άφωνο, οι μνημονικές του ματιές και οι ψίθυροί του γίνονται απείρως πολύτιμοι. Είμαστε το αυριανό παρελθόν»



