«Έχει άδεια κυκλοφορίας τη νύχτα… Ναι, έχει και τι μ’ αυτό; Δίνοντε άδειες και για άλλους λόγους. Πήξαμε στις πληροφορίες, στις υποψίες και στις κατηγόριες. Μα τι έχουμε πάθει, όλοι κατηγορούν ο ένας τον άλλο και χωρίς λόγο, έτσι, για το κακό. Χωρίς αποδήξεις. Δεν το βλέπεις; Για το κακό, μόνο για το κακό. Πώς θα ζήσουμε έτσι, να φοβόμαστε τη σκιά μας;». Η Ελλάδα βγήκε από τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο λαβωμένη, κατεστραμμένη και διαλυμένη από μια μακρά περίοδο κατοχής. Πόλεις ολόκληρες, χωριά, κωμοπόλεις, άνθρωποι νεκροί από την πείνα και την ανέχεια, άνθρωποι να προσπαθούν να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους μέσα από τα συντρίμμια. Και όμως τα δύσκολα τώρα αρχίζουν, το τέρας του εμφυλίου εφορμά. Μια ιστορία ξανά ιδωμένη καθώς είναι της μοίρας μας γραφτό ως έθνος να ζούμε καταστροφές και θριάμβους. Αυτό μήπως δεν συνέβη σε διαφορετικές περιόδους της ιστορίας μας όταν και πληρώσαμε βαρύ τίμημα με το αίσθημα διχόνοιας που μας χαρακτηρίζει ύστερα από μια επιτυχία; Γιατί λοιπόν να γίνει διαφορετικά ύστερα από τον αιματηρό και τόσο φρικτό Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, ένας αρρωστημένος και ακόμα πιο φρικτός εμφύλιος πόλεμος μας περίμενε στη γωνία σαν η ειμαρμένη να μας έχει στοιχειώσει πριν καν ελευθερωθούμε.
Ένα μυθιστόρημα που τιμά την συλλογική μνήμη, που ακουμπά δύσκολα χρόνια και δραματικά
Η Ελισάβετ Χρονοπούλου με βλέμμα στο παρελθόν, γιατί χωρίς παρελθόν δεν υπάρχει μέλλον, καταθέτει το χρονικό μιας Ελλάδας χωρισμένης στα δύο, μια Ελλάδα όπου ο πατέρας είναι με την μία πλευρά και ο γιος με την άλλη, εκεί όπου οικογένειες αλληλοεξοντώνονται στο όνομα μιας ιδεολογίας δίχως λογική. Λίγο όμως πριν συμβούν τα τραγικά γεγονότα του εμφυλίου είχαν προϋπάρξει καταδότες, δωσίλογοι, κατάσκοποι της ίδιας τους της χώρας, υπήρξαν ορισμένοι όπως ο παππούς του αφηγητή, ένας εκμεταλλευτής της πραγματικότητας μιας χώρας σε ομηρία και κατοχή, να προσπαθεί να κερδίσει πάνω στις στάχτες ενός λαού πνιγμένου στο αίμα. Ναι, είναι αδιαμφισβήτητα μια μαύρη σελίδα στην ελληνική ιστορία και ένα απέραντο γιατί να πλανάται πάνω από την προδομένη πατρίδα. Το μυθιστόρημα είναι βασισμένο σε αληθινά γεγονότα και η Ελισάβετ Χρονοπούλου έχει χρησιμοποιήσει στοιχεία από τα πρακτικά μιας δίκης που έλαβε χώρα δύο χρόνια ύστερα από την απελευθέρωση. Η χώρα είναι στο έλεος των προδοτών και των κάθε λογής αδίστακτων που λυμαίνονται τον τόπο με σκοπό το προσωπικό όφελος, τον πλουτισμό, προσβάλλοντας το κοινό καλό.
«Δύο χρόνια μετά την απελευθέρωσιν από τους Ναζί η κοινωνία ευρίσκεται ακόμη εις ομηρίαν παρά των Ελλήνων συνεργατών των, τελεί υπό την τρομοκρατίαν και τας απειλάς των. Αντί να κρύβωνται και να φοβούνται αυτοί που επρόδωσαν την πατρίδα και προσέβαλον την εθνικήν αξιοπρέπειαν, κρύβονται και φοβούνται εκείνοι που την ετίμησαν με το αίμα των. Οι κτηνάνθρωποι αυτοί που είναι εντροπή και καταισχύνη να λέγονται Έλληνες, έχουν το θράσος να ισχυρίζονται σήμερον εις τα εδώλια των δικαστηρίων ότι έδρασαν από πατριωτισμόν ενώ παρέδιδον τους αληθινούς πατριώτας εις τον εχθρόν, όταν δεν τους εκτελούσαν οι ίδιοι» διαβάζουμε στα πρακτικά της δίκης και η λογική πραγματικά δεν έχει έδαφος να σταθεί, να παρηγορηθεί. Η περίπτωση της Αμαλίας Σαρίκα που δολοφονήθηκε από τέτοια τέρατα με δύο πόδια είναι αντιπροσωπευτική μιας αγριότητας και βαρβαρότητας που ξεπερνά κάθε ανθρώπινο νου. Στα κρατητήρια και στα υπόγεια κρατούνταν και βασανίζονταν νέοι άνθρωποι σαν την Αμαλία Σαρίκα που έμελλε να φύγει μόλις στα 17 της χρόνια. Είναι σαν την περίπτωση της Ηλέκτρας Αποστόλου στην οποία αφιερώνει το βιβλίο της η Διδώ Σωτηρίου, η Ηλέκτρα μια γυναίκα στην αντίσταση που έδωσε τη ζωή της, αφού βασανίστηκε φρικτά από τον εχθρό, για το καλό της πατρίδας. Τέτοιοι θάνατοι γενναίοι και τιμημένοι δεν πάνε στράφι, δεν χάνονται, δεν λησμονούνται, γεμίζουν το σεντούκι της μνήμης μας με τιμή και θάρρος για ανθρώπους σαν την Αμαλία και την Ηλέκτρα, ώστε να θυμούνται οι παλαιότεροι και να γνωρίζουν οι νεότεροι.
Η Ελισάβετ Χρονοπούλου έχει επιτελέσει ένα μικρό θαύμα, με αριστοτεχνικό τρόπο διεισδύει στην ιστορία, την παίρνει από το χέρι αφού έχει εντρυφήσει σε αυτήν και μας παραδίδει ένα βιβλίο αριστουργηματικό, από αυτά που κάποιος θα πρέπει να διαβάσει ώστε να γνωρίζει τι είναι συλλογική μνήμη, τι εγκληματικά λάθη έχουν συμβεί στο παρελθόν και πώς αυτά δεν θα πρέπει να επαναληφθούν στο μέλλον. Δεν αξίζει σε έναν τόπο να μαρτυρά ενδελεχώς και επισταμένως σαν αυτή να είναι η μόνη του μοίρα, η μνήμη γεννά σεβασμό για τους χαμένους αλλά και υπευθυνότητα για να προστατευτούν τα κεκτημένα μιας δημοκρατίας. Ο αφηγητής επ’ αφορμή του θανάτου ενός εντελώς αγνώστου ανθρώπου ανατρέχει στο παρελθόν και μέσα από την ανακάλυψη ενός τετραδίου στο σπίτι του θανόντος ανακαλύπτει το σκοτεινό και μαύρο παρελθόν του παππού του, ένα ισχυρό πλήγμα στα όσα είχε ο ίδιος στο μυαλό του για το παρελθόν της οικογένειάς του.
Ένα έργο μοναδικό σπαρμένο με συναίσθημα, ένα βιβλίο συνταρακτικό που διδάσκει πολλά για το τότε και ακόμα περισσότερα για το σήμερα. Φυσιογνωμίες όπως αυτή της Αμαλίας – η ίδια πλήρωσε το τίμημα που της αναλογούσε με τη ζωή της – δείχνουν τον δρόμο της αλληλεγγύης και της σύμπνοιας σε έναν κόσμο που δεν έχει περιθώρια να ξαναζήσει και να ξαναγευτεί τέτοιου είδους ωμότητα και βαναυσότητα όπως αυτή του φασισμού στα δίχτυα του οποίου έπεσαν λαβωμένοι τόσοι και τόσοι άνθρωποι, κάθε ηλικίας και φύλου απλά και μόνο γιατί ήθελαν να ζήσουν ελεύθεροι. Σε μία εποχή που η συλλογικότητα έχει χαθεί και ο καθένας κοιτάει το προσωπικό του συμφέρον βάζοντας σε υποθήκη το κοινό με την αδιαφορία του, μορφές αυθεντικές όπως της Αμαλίας είναι παράδειγμα προς μίμηση ενώ η περίπτωση του Γεώργιου Ασλανίδη, περίπτωση προς αποφυγή. Το εξαιρετικά διαφωτιστικό επίμετρο του ιστορικού Μενέλαου Χαραλαμπίδη προσφέρει στον αναγνώστη την απαραίτητη ιστορική γνώση ώστε να κατανοήσει ακόμα καλύτερα το πλαίσιο της ιστορίας της εποχής.
«Το παρελθόν θα μείνει και αυτό στη θέση του, οχυρωμένο μέσα στη μνήμη των νεκρών. Και δεν θα χρειαζόταν τώρα να σας πω αυτή την ιστορία. Εγώ που δεν ξέρω να λέω ιστορίες, που ούτε και να ακούω ξέρω καλά καλά, που, τώρα που το σκέφτομαι, το μόνο που ξέρω να κάνω πραγματικά καλά είναι να πετάω κουκουνάρια στον σκύλο μου κι αυτός να μου τα φέρνει πίσω»
«Επί σκοπώ πλουτισμού συνελήφθην και εκρατήθην εγώ, επί σκοπώ πλουτισμού εμαρτύρησε και εδολοφονήθη η Αμαλία Σαρίκα, εις τα δεκαεπτά της χρόνια»



