«Ο Τζ. Ντ. Σάλιντζερ ήταν ο Μάγος του Οζ των αμερικανικών γραμμάτων. Οι άνθρωποι ταξίδευαν μέρες ολόκληρες προκειμένου να τον συναντήσουν, ελπίζοντας ότι θα μπορούσε να θεραπεύσει ό,τι τους ταλαιπωρούσε. Όμως, οι δυνάμεις του Σάλιντζερ ήταν περιορισμένες, όπως ακριβώς και του Μάγου. Δεν μπορούσε να κάνει το παραμικρό για τους θαυμαστές του που δεν μπορούσαν να κάνουν οι ίδιοι για τον εαυτό τους. Αν ήσουν κόπανος όταν έφτανες στο ησυχαστήριό του, στην κορυφή ενός λόφου, κοντά στο χωριό Κόρνις, στο Νιου Χαμσάιρ, κόπανος θα εξακολουθούσες να είσαι και όταν έπαιρνες τον δρόμο της επιστροφής» γράφει ο Ντέιβιντ Στρέιτφιλντ στην εισαγωγή της έκδοσης. Ο Τζ. Ντ. Σάλιντζερ υπήρξε με λίγα λόγια ένας αστέρας, όμοιος με τον Έλβις Πρίσλει ή ακόμα και τον Τζον Λένον, μια μορφή ιδιαίτερα αγαπητή σε βαθμό σχεδόν παραληρηματικό. Είναι άραγε το γεγονός πως έπαψε να γράφει από νωρίς και αυτό δημιούργησε γύρω από το όνομά του ένα κάποιο είδους αίνιγμα και έναν απαράμιλλο μύθο, ένα ανεξήγητο φαινόμενο που προσέλκυε οπαδούς και φίλους να τον επισκεφθούν; Η οικία του είχε γίνει τόπος προσκυνήματος και αυτό του προκάλεσε μεγάλα προβλήματα στην καθημερινότητά του καθώς η λατρεία είχε λάβει ανυπολόγιστες διαστάσεις και λατρευόταν σχεδόν ως θεός.
Η έκδοση αυτή έχει σκοπό να φωτίσει τη ζωή του μέσα από τις συνεντεύξεις του και δη την τελευταία που παρεχώρησε τον Οκτώβριο του 1986 έπειτα από την προσφυγή του στη δικαιοσύνη για το ζήτημα της βιογραφίας του από τον Ίαν Χάμιλτον, τον άνθρωπο που αποφάσισε να γράψει την πρώτη πλήρη βιογραφία του παρά την ρητή απαγόρευση και διαφωνία του βιογραφούμενου Τζερόμ Ντ. Σάλιντζερ. Ο ίδιος μάλιστα ο Σάλιντζερ του είχε απαντήσει τα παρακάτω στην ερώτηση του Χάμιλτον αν επιθυμεί να συνεργαστεί: «Πάντα μου φαινόταν τρομερό και σχεδόν αδιανόητο το γεγονός ότι είναι προφανώς απολύτως νόμιμο, σε ολόκληρο τον κόσμο, μια εφημερίδα ή ένας εκδοτικός οίκος να «αναθέτει» σε κάποιον, με το αμφιλεγόμενο πρόσχημα του καλού δημοσιογραφικού έργου ή της στοιχειωδώς επικερδούς ακαδημαϊκής έρευνας, να παραβιάσει την ιδιωτικότητα όχι μόνο ενός ατόμου, το οποίο δεν μπορεί να θεωρηθεί βασίμως ύποπτο για την όποια εγκληματική δράση, αλλά και να εισβάλει παράλληλα, έστω και στα πεταχτά, στις ζωές των συγγενών και φίλων αυτού του ατόμου». Ήταν σαφές λοιπόν πως η σύγκρουση και η προσφυγή στα δικαστήρια θα ήταν μονόδρομος, ο Σάλιντζερ είχε φτάσει στα όριά του σε σχέση με τους διάφορους δημοσιογράφους, ήταν φανερά εξοργισμένος και ένιωθε πως του παραβίαζαν κατάφορα την ιδιωτική του ζωή.
Αναφορικά με το έργο του, είναι κάποια βιβλία που μένουν στην ιστορία για αυτό που πραγματεύονται και δεν χρειάζονται και πολλές αναλύσεις για το τι είναι σημαντικά. Ένα από αυτά είναι ο Φύλακας στη σίκαλη και όταν κάποιος το διαβάσει, τότε κατανοεί γιατί είναι βιβλίο – σταθμός. Αν δεν έχετε δει την ταινία “Ο επαναστάτης στη σίκαλη” που κυκλοφόρησε και πρωτοπροβλήθηκε στην Ελλάδα το 2017 και αναφέρεται στη ζωή του Σάλιντζερ, σας συστήνω πρώτα να διαβάσετε τον Φύλακα στη σίκαλη και μετά να τη δείτε οπωσδήποτε. Ο Σάλιντζερ γράφει βασικά τον Φύλακα στη Σίκαλη με την επιστροφή του από το μέτωπο του Β’ Παγκοσμίου πολέμου που τον σημάδεψε και τον στιγμάτισε μια για πάντα. Είναι το πρόσωπο του Κόλφιλντ το οποίο και συντάραξε τα αμερικανικά γράμματα, είναι ουσιαστικά η επιστροφή του ανθρώπου από την κόλαση του πολέμου που ξύπνησε μέσα στον Σάλιντζερ την ανάγκη να αφηγηθεί αυτή την ιστορία, μια ιστορία πρωταγωνιστής της οποίας είναι εκείνος και ο κάθε εκείνος, ένα πρόσωπο διαλυμένο από τα τύμπανα του πολέμου.
Μέσω του Κόλφιλντ, εκφράζει την απέραντη επιθυμία του να αποκλειστεί, να απομονωθεί, να εξαφανιστεί από προσώπου γης κάπου που εκείνος θα επιλέγει ποιος και πότε θα τον επισκεφτεί. Επιθυμεί να γίνει αυτό που εξομολογείται στην λογοτεχνική του αδερφή Φοίβη όταν της αναφέρει πως όνειρό του είναι να γίνει ο φύλακας στη σίκαλη, να αποκτήσει το δικό του αγρόκτημα και να ζήσει μακριά από την βουή που τόσο τον τραυμάτισε. Στόχος του Σάλιντζερ μέσω της ιστορίας είναι να ανασυνταχθεί, δεν είναι άλλωστε τυχαίο πως όσα περιγράφει εδώ τα έκανε πράξη, ήδη από πολύ νωρίς δεν ξαναεξέδωσε βιβλίο, αρνήθηκε συνεντεύξεις, δεν γύρισε στα εγκόσμια και αφοσιώθηκε στην αναζήτηση του εαυτού του. Είναι σα να κατέβηκε σαν τον Οδυσσέα στον Άδη να είδε από κοντά την κόλαση και να ξαναγύρισε πίσω από την καιόμενη βάτο. Ο φύλακας στη σίκαλη δεν είναι απλά ένα μυθιστόρημα, για τον συγγραφέα είναι το αποτύπωμα του ψυχισμού του, μία σαφώς μαθηματική και συναισθηματική πράξη με την εξίσωση να βρίσκει λύση πάνω σε μία κόλλα χαρτί.
Ο Σάλιντζερ στα χρόνια της ακμής του ονόματός του, μια ακμή που διήρκησε σχεδόν μέχρι το τέλος της ζωής του, ήταν απόμακρος και παραχωρούσε ελάχιστες συνεντεύξεις έχοντας μυριστεί το αδηφάγο πάθος των δημοσιογράφων να ξεκλέψουν λίγο από την λάμψη του και να γίνουν διάσημοι πάνω στο δικό του όνομα. Ήταν παντελώς δυσανεκτικός σε κάθε μορφής «εκβιασμό», δεν άντεχε τα πλήθη, πλην ορισμένων γνήσιων και αυθεντικών θαυμαστών. Ο Ντέιβιντ Στρέιτφιλντ γράφει σχετικά: «Αν τον πλησίαζες ως θαυμαστής – και το εννοούσες πραγματικά – δεν αποκλειόταν να σου μιλήσει ή να απαντήσει στο ειλικρινές σου γράμμα, και αυτή η σύντομη συνάντηση ενδεχομένως να άλλαζε τη ζωή σου. Αν τον πλησίαζες κυνικά, σαν δημοσιογράφος που αναζητά κάποιο λαβράκι, θα σε περιέλουζε κακό κάρμα, ενδεχομένως για πάντα, παρότι ο Σάλιντζερ ήξερε ότι θα υπέφερε και ο ίδιος». Η φυσιογνωμία του Σάλιντζερ υπήρξε αρκετά εκκεντρική και το γεγονός πως στην απόλυτη κορύφωση της σταδιοδρομίας του σταμάτησε ξαφνικά να γράφει προκάλεσε μεγάλη έκπληξη, εξαφανίστηκε από τα γράμματα με την ίδια ένταση με την οποία εμφανίστηκε και το έργο του παραμένει πάντα ακμαίο να εμπνέει μέχρι και σήμερα συγγραφείς ανά τον κόσμο.
«Ο αθάνατος πρωταγωνιστής του βιβλίου, ο Χόλντεν Κόλφιλντ, και ο δημιουργός του, ο Τζ. Ντ. Σάλιντζερ, έγιναν προστάτες της φαντασίας των νέων, φίλοι και συνοδοιπόροι στην εξέγερση μιας ολόκληρης γενιάς εφήβων. Και ήταν το πρώτο μυθιστόρημα που με κράτησε αρκετά ώστε να το τελειώσω. Κι αφότου το τελείωσα, το ξαναδιάβασα τέσσερις φορές μέσα σε έναν χρόνο»



