William Golding, Το κωδωνοστάσιο, Εκδόσεις Διόπτρα

Ο άρχοντας των μυγών του Γκόλντινγκ είναι αδιαμφισβήτητα ένα από τα πιο διαχρονικά μυθιστορήματα της αγγλικής λογοτεχνίας, ένα βιβλίο σημείο αναφοράς για μικρούς και μεγάλους, ένα βιβλίο σημερινό, επίκαιρο, καθόλου φανταστικό αλλά πολύ πραγματικό. Περιγράφει μια σκληρή πραγματικότητα το πόσο συγκλονιστικό και πόσο σκληρό είναι να ζει κανείς σε μία κοινωνία που οι κανόνες και οι νόμοι κλίνουν προς το χάος και την πλήρη αναρχία, το πόσο άπληστο, κακεντρεχές και αχάριστο ζώον είναι ο άνθρωπος και πως γίνεται μόνον σε αυτόν να οφείλονται όλα τα κακώς κείμενα αυτού του κόσμου. Αυτό που ο συγγραφέας κατορθώνει είναι να μας θυμίζει την απίστευτη και αδιάκοπη ροπή προς την βαναυσότητα ενώ βυθίζεται η καλοσύνη και η αγαθότητα. Ο Γκόλντινγκ διαθέτει και εδώ την ίδια φιλοσοφία μόνο που αλλάζει το σκηνικό του θεάτρου του, δηλαδή αντί του νησιού οι ήρωές του εδώ ζουν απομονωμένοι σε ένα πλοίο. Ο Γκόλντινγκ αρέσκεται να μελετάει την ανθρώπινη φύση και εκεί έγκειται αναμφισβήτητα και η πεμπτουσία της λογοτεχνικής του φιλοσοφίας, ως άλλος Φρόιντ αναζητά τις απαντήσεις στα ερωτήματα, μέχρι ποιο σημείο μπορεί ένας άνθρωπος να αντέξει;

Η ιεροτελεστία ενός ανόητου ανθρώπου που ορίζει τις τύχες μιας εκκλησίας με επικίνδυνο τρόπο 

Στο Κωδωνοστάσιο, ο Γκόλντινγκ αφηγείται μια εντελώς διαφορετική ιστορία, η οποία ωστόσο είναι και αυτή καθαρά προσωποκεντρική καθώς ξετυλίγει σε αυτήν την απόλυτη αρρώστια της ανθρώπινης φύσης που δεν είναι άλλη από την ματαιοδοξία και την ματαιοπονία. Ένας κληρικός, ο πρεσβύτερος Τζόσελιν με την μωροφιλοδοξία να έχει γίνει δεύτερη φύση του αποφασίζει να εγείρει έναν νέο πύργο της Βαβέλ σαν να μην έμαθε ποτέ ο ίδιος πως για να αγγίξεις τον Θεό δεν χρειάζεται οικοδομήματα και κωδωνοστάσιο που τίποτε δεν προσφέρουν παρά μόνο προσευχή και πίστη. Χτυπημένος από την αλαζονεία και την μωρότητα που τον διαπερνά σαν ηλεκτροφόρο καλώδιο, ο Τζόσελιν αναλαμβάνει δράση και προσπαθεί να πείσει όλους τους υφιστάμενούς του, κυρίως τον πρωτομάστορα Μέισον καθώς και το ποίμνιο πως ένα τέτοιο εγχείρημα μόνο οφέλη θα έχει για την πίστη προς τα θεία. Η ιστορία εκτυλίσσεται στον μεσαίωνα και αυτό το συμπεραίνουμε από κάποιες αναφορές του ίδιου του συγγραφέα σε συγκεκριμένα ονόματα και παραπομπές, αυτά μας οδηγούν να εικάσουμε πως αναφέρεται γύρω στο 1100 μ.Χ.

«…Μια μέρα θα πέσει · παρ’ όλους όμως τους λυγισμένους κίονες, το γερτό κωδωνοστάσιο, τα μπάζα – δεν ξέρω. Έχω ακόμη ένα κατάλοιπο, πώς να το πω, δυσπιστίας ίσως; Βλέπεις, μπορεί να είναι ό,τι θέλαμε να κάνουμε οι δυο μας. Είπε ότι είμαι σαν κορίτσι, πως πρέπει πάντα να έχω έναν καλύτερο φίλο · δεν υπάρχει όμως τίποτα κακό σ’ αυτό, έτσι δεν είναι; Του έδωσα λοιπόν το κορμί μου. Τι το βαστάει ακόμη όρθιο, Ρότζερ; Εγώ; Το Καρφί; Εκείνη, εσύ; Ή μήπως είναι ο άμοιρος ο Πάνγκολ, μαζεμένος καταμεσής στην εκκλησία με μια σκλήθρα από ιξό ανάμεσα στα παΐδια;» γράφει σε κάποιο σημείο προς το τέλος του βιβλίου ο Γκόλντινγκ συμπυκνώνοντας σε λίγες μόλις φράσεις όλο το κλίμα αβεβαιότητας για το επισφαλές του εγχειρήματος. Ποια δύναμη είναι αυτή που του όρισε στο μυαλό την απόφαση για την έγερση ενός τέτοιου κωδωνοστασίου όταν όλα συνέκλιναν πως ένα τέτοιο εγχείρημα είναι επικίνδυνο και αχρείαστο; Ο Γκόλντινγκ με σκωπτικό και έμμεσο τρόπο κατακρίνει τον σκοταδιστικό μεσαίωνα στην Ευρώπη, μια περίοδο όπου οι δεισιδαιμονίες, οι προλήψεις, οι παράλογες πεποιθήσεις έδιναν και έπαιρναν σαν οι άνθρωποι και κυρίως οι ευρισκόμενοι στην εξουσία να είχαν πάρει διαζύγιο από την έννοια της λογικής. 

Ο Μιχάλης Μακρόπουλος, ο οποίος έχει φέρει εις πέρας με εξαιρετικά άρτιο και επιτυχή τρόπο το έργο της μετάφρασης του βιβλίου παραθέτει στην εισαγωγή του βιβλίου τα εξής πολύ ενδιαφέροντα: «Η πτώση δεν συντελείται απλώς στον οίκο του Θεού, αλλά δίνεται συνάμα ως ιστορία μιας ανόδου. Το κωδωνοστάσιο λίγο λίγο υψώνεται, στραβό, πάνω σ’ ανύπαρκτα θεμέλια, και μαζί ανίπταται η παραπλανημένη αίσθηση μεγαλοσύνης του πρεσβύτερου Τζόσελιν, ενός ανόητου ανθρώπου που θεωρεί εαυτόν εργαλείο της θεϊκής βούλησης και στην πλάνη του παρασέρνει τον σεξουαλικά ανίκανο Πάνγκολ, δύσμοιρο εκκλησάρη του ναού, τη νεαρή και όμορφη σύζυγό του την Γκούντι, και τον πρωτομάστορα Ρότζερ Μέισον…». Μοιάζει δηλαδή ο Τζόσελιν να έχει απευθείας δεχτεί την ανάθεση από τα χέρια του Θεού ενός τέτοιου οικοδομήματος, σαν ο ίδιος να έχει την εξουσία και να διαθέτει τη μία και μοναδική αλήθεια. Παρασυρμένος από τα δικά του πιστεύω εθελοτυφλεί ενώπιον του γεγονότος πως όλα είναι εναντίον του και κανέναν δεν πείθει με τις παράλογες απαιτήσεις του επιμένοντας συστηματικά σε όσα εκείνος ισχυρίζεται.

Ο Γκόλντινγκ στο Κωδωνοστάσιο ξεδιπλώνει ένα μυθιστόρημα που έχει πολλές εκφάνσεις, είναι πολυεπίπεδο και σίγουρα σύγχρονο καθώς χίλια χρόνια μετά ο άνθρωπος συνεχίζει με μαθηματική ακρίβεια να επιμένει στα ίδια σφάλματα και στις ίδιες ανούσιες φιλοδοξίες θεωρώντας τον εαυτό του εξουσιαστή των πάντων. Από την κακοποίηση των ζώων μέχρι την εκμετάλλευση της τεχνολογικής εξέλιξης για την αύξηση του πλούτου δίχως φειδώ, ο άνθρωπος με τη ματαιότητα που τον διακρίνει πλησιάζει όλο και πιο επικίνδυνα στην απληστία και στην αυθαιρεσία, επαρμένος και κομπορρήμων. Σημεία των καιρών όλα αυτά, τόσο στην εποχή του μεσαίωνα, όσο και στην εποχή τη δική μας που δεν απέχει πολύ από εκείνη στην οποία ζει ο Γκόλντινγκ. Ο τελευταίος, με καυστική ματιά και με ειρωνικό ύφος, βάλλει κατά όσων θεωρούν πως μπορούν να αυτοαποκαλούνται Μεσσίες και να βλασφημούν εις το όνομα μιας κάποιας θείας ανάθεσης και ενός θείου χαρίσματος που τους δόθηκε. Μετά την ύβρι έρχεται η νέμεσις και αυτό δεν είναι διόλου σχηματικό, είναι μια πραγματικότητα και η υπερεκτίμηση της ανθρώπινης δύναμης είναι ένα ολέθριο λάθος που κοστίζει, ακριβώς όπως κόστισε στον πρεσβύτερο Τζόσελιν.

«Το κτίσμα είναι το διάγραμμα μιας προσευχής, και το κωδωνοστάσιο μας θα είναι το διάγραμμα της υψηλότερης προσευχής απ’ όλες. Ο Θεός το αποκάλυψε σε ένα όραμα σ’ εμένα, τον άχρηστο υπηρέτη του. Με επέλεξε. Κι επιλέγει εσένα για να γεμίσεις το διάγραμμα με γυαλί και σίδερο και πέτρα, μιας και τα τέκνα των ανθρώπων χρειάζονται κάτι που να μπορούν να το δουν»