Guillaume Apollinaire, Ο δολοφονημένος ποιητής, Εκδόσεις Οξύ

Περιπατητής των δύο όχθεων ο Γκιγιόμ Απολιναίρ αλλά και προπομπός του σουρεαλιστικού κινήματος με βιβλία όπως αυτό τάραξε τα νερά της λογοτεχνικής παραγωγής και προκάλεσε με την αναφορά του στην ποίηση που τόσο αγαπούσε. Ουσιαστικά, αυτό το έργο είναι ένας ύμνος στον αδάμαστο μα και τόσο λησμονημένο ποιητή, στον δημιουργό του οποίου απειλείται η ελευθερία και η ανεξαρτησία της παραγωγής λόγου. Με πρόσωπα εντελώς σουρεαλιστικά να πρωταγωνιστούν, ο Απολιναίρ που πέθανε από την ισπανική γρίπη το 1918, δεν σταματά να εκπλήσσει με τον χειμαρρώδη αλλά και τόσο αριστοφανικό του λόγο. Δεν είναι από τα πιο γνωστά του έργα, είναι όμως ένα κείμενο που μιλά στην καρδιά των ανησυχιών και των αγωνιών που τον διακατέχουν αναφορικά με το μέλλον του ποιητή στην εποχή του. Με άρμα τον ήρωά του ονόματι Κρονιαμαντάλ, ένα όνομα τόσο περίεργο και ευφάνταστο, ο πάντα αιχμηρός αλλά και εμπνευσμένος Απολιναίρ ξεδιπλώνει τον ποιητικό του οίστρο και μας ταξιδεύει στο δικό του κόσμο όπου κυριαρχεί η φαντασία και το αλλόκοτο. 

Ένας εμπνευσμένος ποιητής εξομολογείται τα δεινά που περνά και την αγωνία του

Η αφήγησή του ξεκινά με το χρονικό της γέννησης αυτού του γκροτέσκου ήρωα, σαν να ξεπηδά μέσα από το ιδιαίτερο αυτό μυθιστόρημα ένας πίνακας του Τζέιμς Ένσορ. Ο Απολιναίρ αρέσκεται στο παιχνίδι των λέξεων αλλά και στην εφεύρεση αυτών, προχωρά σε ένα μείγμα πεζού, έμμετρου μα και ποιητικού λόγου και καταφέρνει να προσδώσει στο έργο του αυτό όλη την υπερβολή την οποία χρειάζεται για να καταστήσει σχεδόν επείγουσα την έκκληση για σωτηρία του ταλαίπωρου μα και τόσο βασανισμένου από τον κόσμο ποιητή. Από όλα αυτά που καταθέτει και μας παρουσιάζει δεν θα μπορούσε να λείπει και ο έρωτας. Ο Απολιναίρ έζησε σε μια περίοδο όπου στο Παρίσι υπήρχε πλήθος καλλιτεχνών, δημιουργία και πλούσια παραγωγική δράση από ποιητές, ζωγράφους, συγγραφείς, γλύπτες, μια πανδαισία και ένας πυρετός τέχνης σε κάθε γωνιά της πόλης. Σημειωτέον πως ο ποιητής και συγγραφέας Γκιγιώμ Απολιναίρ υπήρξε φίλος του Ιταλού ζωγράφου εγκατεστημένου στο Παρίσι Αμεντέο Μοντιλιάνι. Οι δύο τους ανέπτυξαν ισχυρή φιλία όντας και αμφότεροι στον καλλιτεχνικό κύκλο στο Παρίσι της εποχής των αρχών του 20ου αιώνα. Μάλιστα, ο Μοντιλιάνι το 1915 φιλοτέχνησε την προσωπογραφία του Απολιναίρ ως στρατιώτη ως ένδειξη της φιλίας τους. 

Ο συγγραφέας του βιβλίου αυτού, το οποίο γράφτηκε το 1916, δηλαδή δύο χρόνια πριν τον θάνατό του, είχε απασχολήσει την γαλλική κοινωνία με την πολλές φορές σκανδαλώδη ευφράδειά του και τον ακατάπαυστα σαρωτικό και προκλητικό λόγο του, έναν λόγο που θα τον βρούμε βέβαια στο βιβλίου που έγραψε το 1907 Έντεκα χιλιάδες βέργες, ένα βιβλίο που παρέμεινε απαγορευμένος λογοτεχνικός καρπός στη Γαλλία έως και το 1970. Σκανδάλισε το κοινό με το καλημέρα της παρουσίας του, με τα ποιήματά του κατά την αυγή της συγγραφικής του πορείας και βέβαια αναμφίβολα σκανδαλίζει το κοινό μέχρι και σήμερα. Ο Απολιναίρ σε αυτό το βιβλίο ξεδιπλώνει όλο του τον ερωτικό οίστρο, μία απροκάλυπτη διάθεση αναισχυντίας στην οποία προβαίνει με τις πλούσιες σε λεπτομέρεια περιγραφές του. Εδώ στον Δολοφονημένο ποιητή εκτελεί μια διαφορετική προσέγγιση καθώς είναι η ποίηση αυτή που βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής του, προσπαθεί να καταδείξει τους κινδύνους που και ο ίδιος νιώθει να τον απειλούν, είναι μια εξομολόγηση των όσων συμβαίνουν σε μια κοινωνία, την γαλλική εν προκειμένω, η οποία αδυνατεί να κατανοήσει την ιδιαιτερότητα της καλλιτεχνικής έκφρασης και έχει περιθωριοποιήσει τον ποιητή.

Με επαυξημένη την θεατρικότητα, καθώς εμβόλιμα στον λόγο του Απολιναίρ επιστρατεύονται και διάλογοι σαν από θεατρικό έργο, ο ήρωάς του Κρονιαμαντάλ απευθύνεται στην πηγή της έμπνευσης, η οποία παραμένει το μόνο απάγκιο και η μόνη σανίδα σωτηρίας του: «Ω πηγή! Εσύ που αναβλύζεις σαν αστείρευτο αίμα. Εσύ που είσαι ψυχρή σαν το μάρμαρο αλλά ζωντανή, διάφανη και ρευστή. Εσύ, πάντα νέα και πάντα ίδια. Εσύ που δίνεις ζωή στις καταπράσινες όχθες σου, σε λατρεύω. Είσαι η απαράμιλλη θεότητά μου. Θα με ξεδιψάσεις. Θα με εξαγνίσεις. Θα μου μουρμουρίσεις το αιώνιο τραγούδι σου και θα με νανουρίσεις το βράδυ». Ο ποιητής εκφράζει την ανάγκη του να αγκαλιαστεί και να νιώσει μια κάποια θαλπωρή, μια ζεστασιά και μια τρυφερότητα στα σπλάχνα μιας πηγής που ρέει και είναι η μόνη που μπορεί να τον προστατεύσει και να τον σώσει από αυτή την μοχθηρότητα που συναντά γύρω του. Είναι εκείνη που μπορεί να του εμφυσήσει την γονιμότητά της, να τον εξυψώσει και να του προσδώσει το χαμένο κύρος του, σε αυτή λοιπόν απευθύνεται σαν τη δική του θεά.

Ο Απολιναίρ στέκεται όμως και στις θυσίες των ποιητών, σε αυτά τα δύσκολα που περνούν, στις αποδοκιμασίες, στις εχθρότητες που βιώνουν, στο γεγονός πως βρίσκονται μονίμως σε μια κατάσταση κρίσης από την οποία πασχίζουν να βγουν. Είναι ένας διαρκής πόλεμος, μια μάχη άνιση την οποία καλούνται να δώσουν, ο ποιητής είναι πάντα μόνος και έρημος απέναντι στις αγωνίες του, με ελάχιστους συμμάχους να προστρέχουν στο πλευρό του. Και τι μας μένει η αγάπη, πολέμα μην μας την πάρουν και αυτή, όπως χαρακτηριστικά έγραφε ο Αλεξανδρινός Κωνσταντίνος Καβάφης. Είναι θύμα της αγάπης ο ποιητής, αναζητά μια σύντροφο για να τον καταλάβει μα αυτή την αποδοκιμάζει και συνεχώς τον κρίνει. «Τι θαύματα γεννά η αγάπη ενός ποιητή! Μα και πόσο βαριά είναι η αγάπη των ποιητών! Τι θλίψεις τη συνοδεύουν, τι σιωπές πρέπει να υποστείς! Αλλά τώρα το θαύμα έχει γίνει, είμαι όμορφη και ένδοξη. Ο Κρονιαμαντάλ είναι άσχημος, σε ελάχιστο χρόνο έφαγε το βιος του, είναι φτωχός και άκομψος, είναι άκεφος, με την παραμικρή του κίνηση αποκτά εχθρούς». Ο λόγος του Απολιναίρ είναι καταιγιστικός και αιχμαλωτίζει κάθε αναγνώστη που έχει τη δυνατότητα να παρακολουθήσει αυτόν τον άστατο και τόσο επαναστατικό του ρυθμό, πρόκειται για έναν δημιουργό που συνεχίζει την παράδοση της γαλλικής σχολής του Μολιέρου, του Ρακίνα και τόσων άλλων.

«Οι ποιητές πρέπει να εξαφανιστούν. Ο Πλάτωνας τους είχε εξορίσει απ’ την Πολιτεία, εμείς πρέπει να τους εξορίσουμε απ’ τη Γη»