Ο αλαφροΐσκιωτος Σικελιανός απαλλαγμένος από την γήινη έλξη μπόρεσε να μας μεταφέρει τον λυρισμό του, τον ερωτισμό του και την φιλοσοφία του μέσα από τον ποιητικό του λόγο, στον μέγιστο βαθμό που ο λόγος, ακόμα και ο ελεύθερος ποιητικός, το επιτρέπει. Για όσους τα χρειάζονται αυτά, όπως μας λέει ο συγγραφέας, γι αυτούς τους ίδιους που χρειάζονται τον ποιητικό πεζό λόγο του Παπαδιαμάντη. Και αυτοί δεν είναι πολλοί, είναι οι επαρκείς, όπως τους ονομάζει με περισσή ευγένεια αποφεύγοντας έτσι να αναφερθεί τους αν-επαρκείς. Στο κένωμα οι τελευταίοι έχουν τον λόγο, οι κενοί. Απευθυνόμενος σ’ αυτούς τους λίγους, πολύ λίγους, προσπαθεί να φωτίσει κάποια στοιχεία του μεγάλου και Αληθινού αυτού ποιητή που εκφράζουν την κοσμοθεωρία του, τους στοχασμούς ενός ελεύθερου πνεύματος για την ύπαρξη και το νόημα της ζωής, για την δημιουργία, τον έρωτα, τον θάνατο, τον Χριστό, το φώς και την ανάσταση, το πλήρωμα.
Απολλώνιος, κατά την Νιτσεϊκή διάκριση, στην πρώτη του φάση ο αρχέφηβος, προσθέτει το Διονυσιακό στοιχείο στην ωριμότητα του για να γίνει ο συνεχιστής των τραγωδών της αρχαίας Ελληνικής παράδοσης που μελέτησε βαθιά και λάτρεψε. Λάτρης του φωτός με πλήρη γνώση ότι η αρχή ΄όλων και πηγή του φωτός είναι το σκοτάδι, η νύχτα που γεννάει τα πάντα. Αν μπορούσε να πλάσει την λέξη ο Νίτσε αλαφροΐσκιωτο θα ονόμαζε τον Ζαρατούστρα του. Δεν ήταν όμως ποιητής. Παρ’όλα αυτά στοχάστηκε κι αυτός το πλήρωμα, τους γιγαντόφερτους καιρούς που θα έλθουν γίγαντες σαν τον Σικελιανό που θα πούνε ένα μεγάλο Ναι στην ζωή και θα μας πάρουν στους ώμους τους μήπως δούμε και λίγο παραπέρα, όπως ο Νεύτωνας. Ο Σικελιανός, γνωρίζοντας όσο λίγοι ότι η ζωή από μόνη της δεν έχει κανένα νόημα, γέμισε την δική του με νόημα όσο λίγοι. Είδε γύρω του το κένωμα και κατάλαβε ότι δεν είναι αυτή η δημιουργία, δεν μπορεί να είναι αυτή και αναζήτησε την αλήθεια βρίσκοντας στην Καμπάλα την έννοια του πρωτανθρώπου, του Αδάμ Καδμόν, της ασώματης παγκόσμιας ψυχής. Ως εκεί όμως με τους Γνωστικούς που τον υιοθέτησαν γιατί δογματίζοντας έφτασαν να θεωρούν τον Γνωστικισμό καινούργια θρησκεία σαν να μην μας φτάνανε αυτές που έχουμε. Σήμερα επιφανείς επιστήμονες, αφού εξάντλησαν τις προσπάθειες δημιουργίας και λειτουργίας τεχνητής συνείδησης(!), αναγνωρίζουν ότι η ψυχή/συνείδηση δεν είναι αντικείμενο της φυσικής και ότι προϋπήρχε της εμφάνισης της ζωής στην γη.
Η σκέψη του ποιητή, μας λέει ο συγγραφέας, πολύ σκοτεινή για να την διαβάσουμε, ιδίως όταν εμπλέκει πολλές μαζί μεταφυσικές έννοιες. Μα δεν γίνεται αλλιώς. Όσο αριστοτεχνική κι αν είναι η γραφή του, όσο βαθιά μελετημένος κι αν είναι, όσο πλούσια κι αν είναι η πλαστική των λέξεων και πάλι ο λόγος αποδεικνύεται ανεπαρκής να εκφράσει την σκέψη του που έχει διεισδύσει στον γνόφο του θεού, εκεί που ενδιαιτεί η ουσία του, όπου εμείς οι θνητοί απορούμε γιατί κρύβεται και τον καλούμε να φανερωθεί. Η σκέψη του ποιητή πλησιάζει την άβυσσο των ωκεανών, του ποταμού της γής για να τον βρεί, να βρεί την ύπαρξη του, το Είναι του και να καταλάβει το σκοπό της. Πολλοί ανδρείοι φιλοσοφούντες χάθηκαν – για εμάς ίσως όχι για τους ίδιους, ποιος μπορεί να ξέρει – στο έρεβος που γέννησε την ύπαρξη, με τον Νίτσε και τον Βαν Γκονγκ δυο τρανά παραδείγματα. Τον Σικελιανό τον «έσωσε» ένας ανόητος θάνατος, ακράδαντο δείγμα της τυχαιότητας. Ένας θάνατος που σε κάνει να αναρωτιέσαι, εντελώς ανθρώπινα, (ακόμα και ο Γκαίτε αναρωτήθηκε το ίδιο ακριβώς) γιατί να πεθάνει έτσι κάποιος τόσο ωφέλιμα παραγωγικός με ζωή γεμάτη νόημα και προσφορά, ξεχνώντας, ίσως ηθελημένα, ότι ο θάνατος είναι η ολοκλήρωση της ύπαρξης.
Όσο για το αναπάντητο ερώτημα για την αιωνιότητα, Ναι ο Σικελιανός την κατέκτησε στην γη και έμεινε πάνω από το χώμα. Μας είπε ήδη ο συγγραφέας: για όσους τον χρειάζονται. Η σκέψη του Σικελιανού μας γίνεται πιο προσιτή όταν χρησιμοποιεί τον μύθο προσπαθώντας να βρεί τις αλήθειες που κρύβονται πίσω του. Ο μύθος έχει δυο τεράστια πλεονεκτήματα – για τους «επαρκείς» πάντοτε: μπορεί να κρύψει αλήθειες με τους συμβολισμούς, τις αλληγορίες και τις μεταφορές που χρησιμοποιεί κατά κόρον και να τις προστατεύσει από τους κακοπροαίρετους αμύητους και παράλληλα να διεισδύσει στην μάζα που αρέσκεται γενικά στην μυθοπλασία. Η αποκωδικοποίηση βέβαια αφορά τους λίγους και εκλεκτούς που μπορούν ανώδυνα να την μεταφέρουν σε αυτούς που θα το εκτιμήσουν. Θα μπορούσαμε π.χ. να πιθανολογήσουμε αναλαμβάνοντας όλο το ρίσκο μιας Πυθαγόρειας ερμηνείας ότι ο Κρονίδης Ζευς, ο οντολογικός Δίας στο Δωδεκάθεο σε αντιδιαστολή με τον Δία-αιθέρα τον Δημιουργό, έχει σχέση με τον πρωτάνθρωπο? Μια ερμηνεία για συζήτηση ή απόρριψη. Η Αδράστεια έχει σχέση με την Μέριμνα, η Αμάλθεια με την Πρόνοια ή αντίστροφα κλπ., κλπ.
Κλείνοντας, δεν είναι δυνατόν να μην αναφερθούμε στην λυσσαλέα διαχρονική μάχη των τότε ελληνικών κυβερνήσεων να εμποδίσουν την απονομή του Νόμπελ της ποίησης στον Σικελιανό, προτεινόμενο επι σειρά ετών από διεθνείς προσωπικότητες με αδιαμφισβήτητο κύρος και γνώση. Θα μου πείτε ότι ο Σικελιανός ανήκει αδιαφιλονίκητα ούτως ή άλλως στους δυό-τρείς μεγαλύτερους ποιητές της σύγχρονης διανόησης, αλλά έφερε ένα τεράστιο βάρος: ήταν «αριστερός» κατά την Ελληνική διαλεκτική κατηγοριοποίηση. Θα με ρωτήσετε λοιπόν: τι θα του προσέθετε ένα βραβείο; Απάντηση: τίποτε απολύτως. Ο ίδιος επέδειξε την Αριστοτελική του μεγαλοψυχία. Δεν κλείστηκε στο υπόγειο, διεκδίκησε με την γενναιότητα της διανόησης και πήρε την διεθνή αναγνώριση, όπως όφειλε κατά τον Σταγειρίτη. Εδώ όμως δεν μιλάμε για τον μεγάλο Αληθινό ποιητή αλλά για την σάπια νοοτροπία των Νεοελλήνων που συνεχίζεται αδιάλειπτα μέχρι σήμερα και δεν έχει καμία ελπίδα να αλλάξει. Όλοι θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο αλλά κανείς δεν είναι διατεθειμένος να αλλάξει τον εαυτό του, είπε ο Λέον Τολστόι. Λέτε να είχε κατά νουν τη χώρα μας;
«Αλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τι’ δες; ρωτάει τον εαυτό του ο Διονύσιος Σολωμός.
…..τα πάντα, τ’ αυριανά, τα σημερινά, τα αιώνια……. απαντά ο Άγγελος Σικελιανός»



