Βούς στεφανούμενος, η προετοιμασία για την θυσία που άλλοι αποφασίζουν για σένα χωρίς εσένα. Βούς στεφανωμένος, έτοιμος ο προς θυσίαν να προσφερθεί εκών άκων στον – κατά την ανθρώπινη ή μάλλον απάνθρωπη άποψη αιμοδιψή υπέρτατο άρχοντα. Ο βούς είναι ο κατά James Joyce Στέφανος Δαίδαλος, που, μιμούμενος τον αρχιτέκτονα των λαβυρίνθων, κατασκευάζει τα φτερά του για να ξεφύγει και τα καταφέρνει να βρεί διέξοδο στον λαβύρινθο της ζωής του, όπως του τον είχε στήσει το περιβάλλον του και κυρίως η μητέρα του. Η παράλυση που κυριαρχεί στους Dubliners, παρούσα και εδώ περιβεβλημένη τον μανδύα της θρησκείας: ο Στέφανος είναι τάμα στον Θεό που καλείται να υπηρετήσει εγκαταλείποντας τη ζωή και κάθε άλλη σκέψη είναι αμαρτωλή και γι’αυτό δεν πρέπει να υπάρχει ούτε σαν σκέψη. Οι υποκριτές/αυθεντίες της εκκλησίας θεωρούν και το φτερούγισμα της σκέψης γύρω από κάποια επιθυμία – σαρκική ή μη, δεν έχει και πολλή σημασία – ασέβεια προς τον Θεό. Δυστυχώς γι’αυτούς και η χρήση της λέξης αμαρτία, σαν σημαίνον στην Ελληνική γλώσσα, είναι λάθος και η σκέψη χαίρει άπειρης ελευθερίας.
Στα πρώτα χρόνια της εκπαίδευσης του βιώνει την άδικη τιμωρία του δασκάλου και την απερίσκεπτη και άνευ λόγου διαπόμπευση (δεν ήξερε που να βάλει τα χέρια του από τον πόνο και την ντροπή) που καταγράφει αλληγορικά για να μας μεταφέρει στην συνέχεια τον φόβο της τιμωρίας από τον ανώτατο κριτή για τη παράδοση του στην σαρκική απόλαυση. Και στις δυο περιπτώσεις καταφεύγει στην ανώτερη αρχή, τον κοσμήτορα και τον εξομολογητή. Στην πρώτη βρίσκει το δίκιο του ενώ στην δεύτερη δεν βρίσκει το δίκιο που θα έπρεπε να απονέμεται στην νεανική ασυλλόγιστη ορμή αλλά την υποκριτική συγχώρηση ενώ και στις δυο περιπτώσεις η ανώτερη αρχή μένει στο απυρόβλητο της εξουσίας της.
Ο Στέφανος, περνά μια περίοδο τρόμου της τιμωρίας που του επιφυλάσσει ο αδέκαστος κριτής, έχοντας ενδώσει στις σαρκικές του επιθυμίες για μια περίοδο και επιδιώκει τον εξαγνισμό και την συγχώρεση τιμωρώντας τον εαυτό του και καταφεύγοντας στον κοινωνικό ασκητισμό, αρνούμενος την βούληση του και την ζωή αποδεχόμενος το πεπρωμένο του όπως του το έχουν σφηνώσει στο μυαλό.
Ενώ έχει έναν πρόσθετο λόγο να αφοσιωθεί δια βίου και να υπηρετήσει τον Θεό αποδεσμεύεται από τις θρησκευτικές αγκυλώσεις του περιβάλλοντος που εκφράζει η μητέρα του και επιλέγει να υπηρετήσει την τέχνη και μέσω αυτής την αναζήτηση του Θεού ή πιο απλά του ιδεώδους που εκφράζει η τέχνη, το κάλλος και η ποίηση, θεωρώντας ρηχή την απόφαση του Αυγουστίνου ότι το κάλλος είναι αυτό που ευχαριστεί την όραση. Το κάλλος δεν είναι αυτό που ευχαριστεί την όραση αλλά αυτό που σε αυτό προσπαθεί η τέχνη και η ποίηση να αποτυπώσουν το ιδεώδες, που αναζητώντας το αναζητάς την ουσία του Θεού. Πως να αφιερώσει την ψυχή του στον Θεό όταν δεν έχει ξεκαθαρίσει την έννοια του Θεού; Αρνείται την υποκρισία παρά τις παραινέσεις των φίλων του να υπακούσει στις επιθυμίες της μητέρας του σαν ένδειξη ευγνωμοσύνης προς αυτήν, να γίνει ο στεφανωμένος βούς θυσίασμα στον βωμό ενός άγνωστου γι’αυτόν Θεού για να υποκύψει σε βαθιά ριζωμένες αντιλήψεις που δεν συμμερίζεται. Καλείται να κάνει μια επιλογή, να πάρει μια απόφαση ζωής με τα εξής δεδομένα: από την μια πλευρά η υποχρέωση προς αυτούς – αν και ο πατέρας του δεν συμμετέχει σε αυτό – που με μεγάλες δυσκολίες του προσέφεραν έξοχη μόρφωση για να ικανοποιήσει την μητέρα του η οποία πιστεύει ακράδαντα ότι ο Θεός βοήθησε να γίνει αυτό και άρα περιμένει ανταλλάγματα και πραγματοποίηση της υποχρέωση να του προσφέρει ο Δαίδαλος ολόψυχα τις υπηρεσίες του και από την άλλη η διαπίστωση του Δαίδαλου ότι δεν είναι σε θέση να το κάνει αυτό διότι δεν πιστεύει ότι θα είναι ειλικρινής προς τον εαυτό του και προς τον Θεό και άρα το θεωρεί μάταιη αυτοθυσία.
Θα ήταν απολαυστικό να μπορούσε κανείς να διαβάσει τον James Joyce στην γλώσσα του για να θαυμάσει την αριστοτεχνία της γραφής, όπου κάθε λέξη από το πλούσιο σε ιδιώματα λεξιλόγιο του, κάθε κόμμα και κάθε τελεία είναι τοποθετημένα μετά από πολλή σκέψη και επεξεργασία δηλαδή πολύ ξαναδιάβασμα και διορθώσεις. Είναι μια από τις ελάχιστες περιπτώσεις όπου ένα αγγλικό κείμενο χάνει από την περιτεχνία του μεταφραζόμενο στα Ελληνικά ενώ το αντίστροφο είναι σύνηθες και κανόνας στα φιλοσοφικά κείμενα. Το έργο είναι εν πολλοίς αυτοβιογραφικό και ακολουθεί τον συνήθη ρεαλισμό του συγγραφέα που τον χαρακτηρίζει με την χρήση πραγματικών ονομάτων, τοποθεσιών και λέξεων που, για την εποχή του τουλάχιστον, τρόμαζαν τους εκδότες του κατεστημένου. Είναι ένας οπαδός της αλήθειας και της πραγματικότητας, ένας ρεαλιστής και γι’ αυτό δεν θα μπορούσε να έχει οποιαδήποτε ανάμειξη με τον κλήρο προς απογοήτευση της μυωπικής μητέρας του.
Ο συγγραφέας σταματά εκεί και δεν μας δίνει καμία πληροφορία για την μετέπειτα πορεία του μετά την νεανική περίοδο αφού το έργο όντας αυτοβιογραφικό μας παραπέμπει για την συνέχεια στην πασίγνωστη εξέλιξη του σε κορυφαίο συγγραφέα ασυμβίβαστο με την εποχή του. Εδώ μας ανοίγει έμμεσα αλλά διάπλατα το θέμα του κλήρου. Ποια θα ήταν η πορεία του Δαίδαλου και η ψυχολογία του αν υπέκυπτε στις προσταγές του περιβάλλοντος του; Τι γίνεται με όλους αυτούς που δεν είναι Δαίδαλοι και το έκαναν και το κάνουν χωρίς πραγματικά να το αισθάνονται για διαφορετικούς λόγους; Είτε για να βρούν ένα καταφύγιο υποκρινόμενοι ότι υπηρετούν τον Θεό για τον οποίο κατά πάσαν πιθανότητα αμφιβάλλουν υποκρινόμενοι με τα κηρύγματα τους ότι δεν έχουν αμφιβολία ότι ο Θεός έχει λύση για όλα τα προβλήματα. Όταν δεν έχει λύση παρά την παντοδυναμία του τότε η αδυναμία απάντησης στο γιατί δεν έδωσε καμία λύση ή καμία απάντηση είναι: γιατί αυτό είναι το θέλημα του. Αυτά που δεν λέει ο James Joyce είναι εξ ίσου σημαντικά με αυτά που γράφει δυσκολεύοντας μας την ανάγνωση.



