Δεν είναι διόλου τυχαία η απονομή του βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας στον Λάσλο Κραζναχορκάι, διότι τα κείμενά του ανατρεπτικά και σαφώς πολιτικοποιημένα μας προβληματίζουν και μας προκαλούν, μας προσκαλούν σε σκέψη και συλλογισμό. Ο Ούγγρος πρωθυπουργός Όρμπαν έσπευσε να συγχαρεί τον συμπατριώτη του για αυτή την σπουδαία διάκριση, ωστόσο ο ίδιος ο συγγραφέας δεν παρέλειψε να εκφράσει την αντίθεσή του με τα όσα ο ίδιος πρεσβεύει, κάτι που εξάλλου διαφαίνεται ανοιχτά και στην αφήγησή του. Δεν γίνεται ένας συγγραφέας να μην παίρνει θέση στα όσα συμβαίνουν, να μην αντιδρά και να μην είναι στρατευμένος με την έννοια της υπεράσπισης ελευθεριών, δικαιωμάτων και λοιπών αναγκαίων δημοκρατικών θεσμών. Καθόλου τυχαία λοιπόν αλλά πραγματικά επάξια ο συγκλονιστικός γλωσσοπλάστης και στοχαστής Krasznahorkai απέσπασε το Man Booker 2015 για το βιβλίο του Πόλεμος και πόλεμος παίρνοντας την σκυτάλη από ένα παρελθόν λογοτεχνικό που νομίζαμε ότι σβήνεται. Η μετάφραση άθλος τότε για ένα τέτοιο ξεχωριστό κείμενο της Ιωάννας Αβραμίδου, κυκλώνουν και εντοιχίζουν τον αναγνώστη-μελετητή του έργου του, δημιουργώντας ένα πλαίσιο και μία πηγή πολιτικής και κοινωνικής αναταραχής σε μία κοινωνία που της λείπει η παραγωγή σκέψης. Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία και η δημιουργία.
Ένας συγγραφέας στην κορυφή του κόσμου μιλά ανατρεπτικά και προβληματίζει
Στο παρόν και σε αυτό που έχουμε στα χέρια μας, ο Κραζναχορκάι επιβεβαιώνει δέκα χρόνια μετά την απονομή εκείνου του βραβείου με την ύψιστη τιμή της απονομής του Νόμπελ για το σύνολο αυτή την φορά του σπουδαίου και σαφώς ρηξικέλευθου έργου του. Δεν είναι ένας συγγραφέας που απλά αξίζει να διαβάσουμε, είναι ένας συγγραφέας του οποίου το πολύπλευρο και πολυδιάστατο έργο οφείλουμε να μελετήσουμε. Είναι τέτοια η ορμή και το παλιρροϊκό κύμα της αφήγησής του που κάθε λέξη έχει την θέση της. Διότι καλός συγγραφέας είναι αυτός που γνωρίζει πώς να βάζει στην σειρά τις λέξεις, από αυτό κρίνεται και στο τέλος διακρίνεται. Ο πνευματικός κόσμος και ο στοχαστικός οίστρος του Κραζναχορκάι είναι ανεξάντλητος, είναι χειμαρρώδης και πάνω από όλα είναι εκεί να μας θυμίζει πως είμαστε πάνω από όλα πολιτικά όντα με σώμα και πνεύμα πολιτικό, το οποίο οφείλουμε να εκφράζουμε χωρίς φόβο αλλά με πάθος. Ο Κραζναχορκάι με τον ήρωά του τον θείο Γιόζι, επανέρχεται στο μυθιστόρημα αυτό για να κρίνει την εποχή μας και να θέσει ερωτήματα που χρήζουν απαντήσεων. Σαν τον κύριο Κ. του Φραντς Κάφκα, ο Γιόζι είναι εκεί παρών, με σώας τας φρένας να θυμάται το παρελθόν και την μακραίωνη ιστορία της οικογένειάς του αλλά και της χώρας του και να ελπίζει σε έναν καλύτερο κόσμο χωρίς να είναι όμως αφελής και χωρίς να ξεχνά τα όσα εκτυλίσσονται στο σήμερα και στον περίγυρό του.
Κεντρικό πρόσωπο είναι και το Φραντζολάκι, ο πιστός σκύλος του Γιόζι που χάνεται σαν ένα στοιχείο, ένα σημάδι δυσοίωνο, μια μοιραία απώλεια. Θα μπορούσε ο θείος Γιόζι να είναι ο Οδυσσέας του Ομήρου και το Φραντζολάκι ο Άργος, το περίφημο σκυλί του, αυτό που πιστό τον ανέμενε και ύστερα από την επιστροφή του στην Ιθάκη έφυγε ήσυχο σε βαθιά γεράματα έχοντας πια δει και πάλι τον αφέντη του να γυρνά σώος και αβλαβής. Ένας σκύλος πάντα είναι αναγκαίος, είναι δείγμα και χαρακτηριστικό σταθερότητας, πίστης και ασφάλειας σε έναν ταραγμένο κόσμο. «…τώρα, που δεν υπάρχει πλέον το Φραντζολάκι, μου χρειάζεται εκείνος ο σκύλος, διότι χρειάζεται πάντα ένας σκύλος στο σπίτι, είχε πάντα σκύλο, χρειάζεται και τώρα, τι σπίτι είναι αυτό χωρίς σκύλο, βρίσκεται αρκετά μακριά από το χωριό, δεν μένουν παρά πολύ λίγοι εδώ επάνω, αν συνέβαινε κάτι, να του έκαναν επίθεση ας πούμε, ποιος θα μπορούσε να ξέρει ποιος και τι ετοιμάζεται να κάνει εναντίον του, και τότε τουλάχιστον δεν θα πρέπει να υπάρχει ένας σκύλος εκεί για να γαβγίσει αν ακούσει κάτι» γράφει ο συγγραφέας αναφορικά με το Φραντζολάκι.
Ο Κραζναχορκάι συνεχίζει μια παράδοση λογοτεχνών που τόσο προπολεμικά όσο και μεταπολεμικά έβαλαν την σφραγίδα τους στην κεντροευρωπαϊκή λογοτεχνία, συγγραφείς όπως ο Κάφκα, ο Μπροχ, ο Νομπελίστας Τόμας Μαν, ο επίσης Νομπελίστας Χέρμαν Έσσε αλλά και άλλοι πιο σύγχρονοι όπως ο επίσης Νομπελίστας Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ και πολλοί άλλοι. Με άρμα την θέση του ανθρώπου σε μια κοινωνία που ταράχτηκε από πολέμους και καταστροφές, σε έναν κόσμο που συνεχώς αλλάζει με τρομακτική ταχύτητα και όλα είναι ρευστά και επισφαλή, ο Κραζναχορκάι έρχεται ακόμα μια φορά με έμμεσο πλην σαφές τρόπο να σατιρίσει τα όσα συμβαίνουν και να ταρακουνήσει τον αναγνώστη. Δεν φοβάται να μιλήσει, δεν διστάζει να εκφραστεί, τολμά να μιλήσει για τα όσα συμβαίνουν στην πατρίδα του, να εναντιωθεί με δηκτικό τρόπο και να θυμίσει πως κανείς δεν είναι υπεράνω του κοινού καλού, να θυμίσει το ένδοξο παρελθόν, να τιμήσει τους προγόνους του. «Δώστε μου πίσω τα βουνά μου» αναφωνεί κάποια στιγμή ο ήρωας του βιβλίου γνωρίζοντας πως ακόμα και στην ηλικία των 91 χρονών που βρίσκεται έχει κουράγιο και θάρρος να δει τα στραβά και να τα βροντοφωνάξει, να σημάνει τον κώδωνα κινδύνου για ένα κράτος που οδεύει προς τον εκτροχιασμό. Κανείς δεν θέλει να βλέπει την πατρίδα του να αποδομείται και να αποσυντίθεται.
«…κάθισε και κοίταζε από εκεί πως έτρεχε το Φραντζολάκι από τη μια άκρη του κτήματος έως την άλλη, στη μια ή στην άλλη κατεύθυνση, τρέξε, μπράβο, ψυχούλα μου, τρέξε όσο μπορείς, είσαι ακόμη μικρούλικο, πρέπει να κινείσαι πολύ αν θέλω να παραμείνεις υγιές, όσο να ‘ναι εσύ είσαι το μοναδικό ζωντανό αγαπημένο μου πλάσμα, εσένα έχω μόνο, Φραντζολάκι, κατάλαβέ το αυτό, και τίναζε τη μουρίτσα του, όταν εκείνο έτρεξε κοντά του για να εισπράξει την αναγνώρισή του για το πόσο καλό ήταν το τρεχαλητό του, καλό, καλό…» γράφει ο συγγραφέας αναφορικά με το σκυλάκι, τον μοναδικό σύντροφο του θείου Γιόζι, την ελπίδα της ζωής του και το μοναδικό φως, εκείνο που τον καθιστά χαρούμενο ενώπιον όσων δυσάρεστων συμβαίνουν γύρω του.
«…η αοριστολογία δεν με εκφράζει, οπότε αυτό αποτελεί άλλη μία απόδειξη ότι κατάγομαι από τον οίκο του Άρπαντ, διότι απ’ τον οίκο αυτόν ούτε ευγενείς γεννήθηκαν σε τούτη την πονεμένη ουγγρική γη ούτε και αριστοκράτες, αλλά το πολύ εξέχοντες, και εγώ, ως σύγχρονος κληρονόμος των απογόνων του Καντάν Χαν και της Γιολάντας της Μακαρίας, είμαι ένας απ’ αυτούς και είμαι υπόλογος σ’ αυτούς τους προγόνους…»



