Κάθε πόλεμος έχει τα θύματά του, κάθε πόλεμος αφήνει πληγές. Κάποτε ένας ιστορικός είχε πει πως οι πόλεμοι είναι απαραίτητοι και αναγκαίοι και ο συγγραφέας επανέρχεται σε αυτή την παραδοχή με τις δικές του λέξεις: «Αν το κακό που υπάρχει στον κόσμο τρέφεται με τη ζωή μας, χωρίς αυτή θα λιμοκτονήσει και θα πεθάνει. Γι΄αυτό είναι μεγάλη ανάγκη να το σκοτώσουμε, γι’αυτό κάθε πόλεμος είναι καλός. Γιατί κάθε θάνατος μας φέρνει πιο κοντά σ’αυτό το σκοπό!». Στο ιδιότυπο αυτό μυθιστόρημα που οι αλήθειες συντρίβουν και τα συμβάντα γράφουν ιστορία, περιγράφεται η φύση ενός ανθρώπου διαλυμένου από τα πυρά του πολέμου, ενός ανθρώπου που κυκλοφορεί χαμένος χωρίς ταυτότητα, χωρίς υπόσταση γιατί αυτή του εκλάπη από την κόλαση του πολέμου. Πώς είναι άραγε να αντέχεις να ζεις χωρίς να γνωρίζεις από πού προέρχεσαι και πού βρίσκεσαι; Πως είναι δυνατόν να προχωράς χωρίς μνήμη, χωρίς καν την παραμικρή ιδέα για το περιβάλλον στο οποίο βρίσκεσαι μετά το πέρας του πολέμου, ποια είναι η θέση σου στον κόσμο, ποιοι είναι οι γύρω σου;
Ένας άνθρωπος σε πλήρη σύγχυση παλεύει να βρει τον χαμένο του εαυτό
Ο Flamm είναι ευρηματικός, ξεχωριστός, ανατρεπτικός, συγκινητικός, είναι ο συνδετικός κρίκος της συνάντησης δύο ανθρώπων – του Χανς και της Γκρέτε – που πόνεσαν βαθιά ο καθένας για τον δικό του λόγο και με την γραφή του κατορθώνει να μας φέρει σε επαφή με την πορεία της εξέλιξης μίας διπλής παράλληλης αφήγησης. Η αφήγηση είναι σπαρακτική και αδυσώπητη γιατί το περιεχόμενο αποκαλύπτει περίτρανα τις ολέθριες συνέπειες άδικων πολέμων που σαρώνουν τα πάντα στο διάβα τους, ξεστρατίζουν συνειδήσεις και σκοτώνουν ψυχές γιατί απλά είναι αμείλικτοι απέναντι στην ανθρώπινη φύση και δεν λογίζουν τίποτα. Ο Χανς, ο λογοτεχνικός ήρωας του Φλαμ, ίσως ο άλλος του εαυτός είναι ένας άνθρωπος χαμένος στις αναμνήσεις του. Ουδείς μπορεί να πει με ασφάλεια αν ο Χανς είναι εκείνος που επιστρέφει μετά από την οδυνηρή και τόσο δραματική συμμετοχή του στο μέτωπο του πολέμου, τα τραύματα είναι ανοιχτά και η επιστροφή του στην κανονικότητα μοιάζει με όνειρο θερινής νυκτός. Ο Φλαμ για την ακρίβεια παρουσιάζει έναν άνθρωπο διαλυμένο και καταρρακωμένο από όσα βίωσε, θανάτους, αίματα, ανθρώπους διαμελισμένους. Πώς άραγε να είσαι φυσιολογικός μετά από μια τέτοια ολέθρια εμπειρία ζωής, πώς να επανέλθεις στην πρότερη ζωή σου χτυπημένος από ένα διαρκές μετατραυματικό άγχος να σε κυριεύει;
Ο πόλεμος αυτός στοίχισε τη ζωή σε πολλά αθώα θύματα γιατί όπως λέει και ο Πωλ Βαλερύ -και έχει δίκιο- πόλεμος είναι όταν αλληλοσκοτώνονται άνθρωποι που δεν γνωρίζονται μεταξύ τους, επειδή κάποιοι άλλοι, που γνωρίζονται καλά μεταξύ τους, δεν κατάφεραν να συνεννοηθούν. Αυτή λοιπόν τη ζοφερή πραγματικότητα περιγράφει η συγγραφέας χαρίζοντας στον αναγνώστη την ευκαιρία να μάθει για τα πολιτικά πρόσωπα και τους στρατιωτικούς που έπαιξαν ρόλο στις αποφάσεις εκείνης της περιόδου. Σε αυτές περιλαμβάνεται και η κρίσιμη απόφαση της Γερμανίας να αποδείξει την ηγεμονία της – κάτι που θα επαναλάμβανε ανεπιτυχώς για δεύτερη φορά και στην συνέχεια – στρεφόμενη εναντίον άλλων ευρωπαϊκών δυνάμεων μέσα από μία ισχυρή συμμαχία με άλλες δυνάμεις εξίσου ισχυρές. Στην αντίπερα όχθη, θα είχε να αντιμετωπίσει την Αντάντ που αποτελούνταν από Γαλλία, Βρετανία, Ιταλία και άλλες δυνάμεις, ανάμεσά τους και η Ελλάδα. Ο Φλαμ την ρήση του Βαλερύ ενισχύει μέσα από την αφήγηση του ήρωά του. Ο ίδιος αναφέρει: «…πρέπει να είμαστε ευγνώμονες που ζούμε, που δεν κειτόμαστε νεκροί και κομματιασμένοι στη λάσπη, είμαι πολύ μόνος, πρέπει να έχεις έναν φίλο, γιατί να μην είναι αυτός, δεν γνωρίζω κανέναν άλλο, δεν θυμάμαι να έχω γνωρίσει κάποιον άλλο, είναι έξυπνος, και δεν φοβάμαι, αυτό κανείς δεν πρέπει να το πιστεύει για μένα, όχι, ούτε εκείνος ούτε η Γκρέτε, είμαι άντρας, το έχω αποδείξει, τόλμησα όσα δεν τολμά κανείς άλλος…».
Οι επιπτώσεις είναι πάμπολλες από αυτήν την αιματηρή παγκόσμια σύγκρουση, κυρίως μια Ευρώπη διαλυμένη κυριολεκτικά από τις συρράξεις με τον θάνατο εκατομμυρίων αμάχων και στρατιωτών στα χαρακώματα, οικονομική καταβαράθρωση, κοινωνίες διαλυμένες, οικογένειες διαμελισμένες και κατεστραμμένες, δημόσια οικονομικά των κρατών κλονισμένα αφού έχουν δαπανήσει τεράστια ποσά στον πόλεμο και έτσι βρίσκονται υπό πλήρη κατάρρευση. Η φρίκη του πολέμου προκαλεί μια συγκλονιστική κρίση συνείδησης στου Ευρωπαίους που αμφισβητούν το ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Έχουμε άρνηση των παραδοσιακών αξιών, φυγή στο παράλογο, αμφισβήτηση της κατεστημένης κοινωνικής τάξης των ελίτ και αναζήτηση εξόδου από το αδιέξοδο με μία τάση στην γενική ανατροπή (κάτι που εκφράζεται και μέσω του σουρεαλισμού). Ο Γερμανός καγκελάριος Φον Μπίσμαρκ και το οποίο αποδείχθηκε προφητικό: “Αν ξαναγίνει πόλεμος στην Ευρώπη, θα ξεκινήσει από κάποια ανοησία στα Βαλκάνια”. Ο Φλαμ έχοντας ζήσει την ζοφερή πραγματικότητα γράφει αυτό το βιβλίο εκατό χρόνια πριν θυμίζοντας πως τα τύμπανα του πολέμου αργούν να σιγήσουν ακόμα και όταν ο πόλεμος έχει κοπάσει.
Έχουν γραφτεί πολλά βιβλία για τον θλιβερό αυτό πόλεμο και σε ένα από αυτά, ο Τζίνο Τζίνι στο βιβλίο του “Το συνέδριο των νεκρών”, έγραφε για τους στρατιώτες που χάθηκαν στην μάχη: “Ένα πελώριο γιατί πλανάται πάνω από τα όνειρά τους και τις συνειδήσεις τους και σαφώς ο χρόνος δεν γυρνάει πίσω, ω γέγονε γέγονε! “{…} θα έλεγα ότι όλοι εμείς, μικροί και μεγάλοι, επιφανείς και ασήμαντοι, διάσημοι και άσημοι, εργαζόμαστε πάνω στον αργαλειό της ιστορίας, κι είμαστε εμείς οι ίδιοι οι κλωστές του υφάσματος που κατασκευάζουμε, δίχως όμως να κατέχουμε το σχέδιο ͘ νήματα ενός αόρατου ιστού ͘ κάποια νήματα είναι χρυσά ή μεταξένια, κάποια άλλα βαμβακερά ή από στουπί”. Αυτή είναι κατά μία έννοια η πεμπτουσία της ματαιοδοξίας για μία σύρραξη που θα έπρεπε να είχε αποφευχθεί και όμως τα συμφέροντα έδωσαν και πάλι τον δικό τους χορό εις βάρος της πολύπαθης ανθρωπότητας που μετρά νεκρούς νέους στρατιώτες, μητέρες, παιδιά, ηλικιωμένους και έναν πολύ σημαντικό αριθμό προσφύγων και αμάχων που βίωσαν τις συνέπειες του πολέμου αλλά και της μεταπολεμικής περιόδου.
«Χριστέ στον σταυρό, Χριστέ που σηκώνεις τις αμαρτίες του κόσμου: Ένα κύμα με έχει πιάσει και με παρασύρει μακριά, χωρίς να μπορώ να ξεφύγω, δεν μπορώ να επιστρέψω, δεν μπορώ να αλλάξω το παρελθόν, η στεριά απομακρύνεται, πλέω στην απέραντη θάλασσα χωρίς κάπου να πιαστώ – σπίθες μπροστά στα μάτια μου, με τυφλώνουν»



