Στα άδυτα της γραφής και της σκέψης ενός πεφωτισμένου συγγραφέα και στοχαστή: Η περίπτωση του Νομπελίστα Χέρμαν Έσσε

Ο Ίταλο Καλβίνο στο περίφημο δοκίμιό του με τίτλο Γιατί πρέπει να διαβάζουμε τους κλασικούς, είχε γράψει πως κλασικό είναι ένα βιβλίο που ποτέ δεν έχει ολοκληρώσει αυτά που έχει να πει. Στην περίπτωση του Χέρμαν Έσσε, αυτό το απόφθεγμα επιβεβαιώνεται, καθώς βιβλία σαν το Σιντάρτα, Γερτρούδη, Κνουλπ, Πέτερ Κάμεντσιντ, Ντέμιαν και τόσα άλλα γραμμένα πριν από περίπου εκατό χρόνια, αποτελούν σταθμούς της λογοτεχνίας και είναι βιβλία στα οποία είναι αδύνατον να μην σταματήσεις για να τα μελετήσεις. Είναι κάποια βιβλία που όσο περνάνε τα χρόνια τόσο περισσότερο αυξάνουν την σημασία τους, που είναι πολύτιμα για την ανθρωπότητα όταν αυτή ρέπει προς την ανοησία και την ματαιοδοξία. Δυστυχώς, οι καιροί και η ιστορία επαναλαμβάνονται με τον λάθος τρόπο οδηγώντας σε προβλήματα και σε αδιέξοδα ενώ τα σφάλματα των ανθρώπων που επίσης επαναλαμβάνονται σαν να μην έμαθαν τίποτα από το παρελθόν τους έρχονται να μας θυμίσουν πως η γνώση από την μία και η σκέψη από την άλλη θα παραμένουν αξίες ανεκτίμητες εις το διηνεκές.

Βιβλία που αντέχουν στον χρόνο γιατί μιλούν την γλώσσα της αλήθειας

Τα βιβλία αυτά γράφονται σε μία περίοδο ιδιαίτερα δημιουργική για πολλούς από τους συγγραφείς που είναι ενεργοί. Είναι μια περίοδος όπου ο καθημερινός άνθρωπος αντιμετωπίζει προβλήματα και έχει ανησυχίες, αγωνίες και ένα περιρρέον άγχος για την υπόστασή του σε μια κοινωνία εξαιρετικά ασταθή. Δεν είναι τυχαίο πως ο ίδιος ο Έσσε, όπως έκανε και με τον Ντέμιαν, μιλά τη γλώσσα του στοχασμού και της φιλοσοφίας, γιατί όχι και της ψυχολογίας. Δεν είναι εξάλλου ο μόνος που θα καταπιαστεί με την κρίση του σύγχρονου ανθρώπου που αναζητά συνεχώς απάγκια και λιμάνια για να κατευνάσει τα εσωτερικά του άγχη. Αυτός ο περιπλανώμενος ήρωας που μας παρουσιάζεται στο βιβλίο του Γερτρούδη, μήπως δεν προέρχεται άραγε από τον ίδιο τον Δον Κιχώτη που ζει ελεύθερος και βρίσκεται σε συνεχή περιδίνηση σε αναζήτηση ευτυχίας; 

Ο Έσσε, πιστός στις επάλξεις και αναζητώντας απαντήσεις σε δύσκολα ερωτήματα, χρησιμοποιεί τον Κουν ως πρόσωπο για να θέσει τα δικά του διλήμματα. Ο Κουν είναι ένας ήρωας που συνταράσσεται από έναν χειμαρρώδη έρωτα που του ανατρέπει όλα τα πράγματα στη ζωή του, η Γερτρούδη γίνεται το Βατερλώ του με την έννοια πως όλο του το είναι διοχετεύεται στη σκέψη της και η μουσική την οποία τόσο αγαπά δέχεται πλήγμα, εκείνος προσπαθεί να εκλογικεύσει τα συναισθήματά του και όμως βρίσκεται όμηρος μιας ολόκληρης δυσμενούς κατάστασης για τον ίδιο. Πώς θα μπορέσει άραγε να ανατρέψει αυτό το εις βάρος του κλίμα και να επανέλθει στην κανονικότητα του νου του, να γίνει και πάλι ο εαυτός του;

Ο Σιντάρτα από την άλλη πλευρά είναι η προσωποποίηση του ανθρώπου που σηκώνεται, πέφτει και ξανασηκώνεται έχοντας ζήσει το πνευματικό, έχοντας κυλήσει στο διαβολικό και έπειτα έχει αναζητήσει και πάλι το ανώτερο, εκείνο που πραγματικά έχει αξία αφού έχει γευτεί με όλο του το είναι την ηδονή, το χρήμα, την δόξα, την πολυτέλεια και όλα όσα μπορεί κανείς να απολαύσει επί γης. Έχουν όμως όλα αυτά νόημα στο τέλος της ημέρας όταν η ματαιοδοξία και η ματαιότητα αφήνουν άδειο το ποτήρι της ψυχής και διψασμένο τον άνθρωπο που ποθεί μια κάποια αληθινή ευτυχία; Αυτά τα αναπάντητα ερωτήματα πραγματεύεται ο Έσσε μέσω του Σιντάρτα και στέλνει έμμεσα τα δικά του απλά μα και τόσο πολύπλοκα για τους πολλούς μηνύματα. Δεν υπάρχει γραμμή στο βιβλίο που να μην χρειάζεται ο αναγνώστης να μελετήσει, είναι ένα πλήρες βιβλίο σε στοχαστικά μηνύματα, είναι ένα καταφύγιο για τον χαμένο άνθρωπο κάθε εποχής που παλεύει να βρει απαντήσεις σε καθημερινά ερωτήματα. 

Ο Έσσε δεν διαθέτει προφανώς όλες τις απαντήσεις και δεν είναι διδακτικός, είναι όμως παρών στον καιρό του και σε κάθε καιρό – αυτό το βιβλίο δεν θα πάψει να είναι διαχρονικός πυλώνας της στοχαστικής λογοτεχνίας – και μέσα από τον ήρωά του μπορεί και μας εμπνέει να αναστοχαστούμε εαυτούς και αλλήλους και να τολμήσουμε την ενδοσκόπηση που όλοι τόσο έχουμε ανάγκη, για να γνωρίσουμε όχι τους άλλους αλλά τον ίδιο μας τον εαυτό που πολλές φορές τον χάνουμε στο δρόμο. Ο Έσσε ξεδιπλώνει τον στοχαστικό του οίστρο και στον Σιντάρτα βρίσκει έναν τρόπο να αρθρώσει έναν λόγο βαθιά ανθρώπινο που είναι άλλωστε και το ζητούμενο σε όλο του το έργο. “Από το ποτάμι μάθαινε συνεχώς ο Σιντάρτα. Το κυριότερο: Από το ποτάμι έμαθε ν’ ακούει, ν’ αφουγκράζεται με ήρεμη καρδιά, με ανοιχτή ψυχή, χωρίς ν’ ανυπομονεί και χωρίς να κρίνει, έμαθε να ακούει τα πάντα προσεκτικά και να τα δέχεται, χωρίς πάθος, χωρίς επιθυμία, χωρίς γνώμη”. Η φύση πάντα θα αποτελεί πηγή έμπνευσης για τον χαμένο άνθρωπο και θα είναι φάρος και πυξίδα που πάντα θα φωτίζει.

«Πιο βαθιά και πιο σοβαρά με άγγιζε η θέα των δέντρων. Έβλεπα να ζει το καθένα τους τη δική τους κρυφή ζωή, να διαμορφώνει το δικό του σχήμα, το δικό του φύλλωμα, και να ρίχνει τη μοναδική σκιά του. Τα έβλεπα σαν ερημίτες και αγωνιστές, στενούς συγγενείς των βουνών, γιατί το καθένα τους, ειδικά αυτά που ζούσαν πολύ ψηλά στις πλαγιές, έδινε τη δική του σιωπηλή, επίμονη μάχη με τον άνεμο, τον καιρό και την πέτρα για να υπάρξει και να αναπτυχθεί» γράφει ο Έσσε μέσω του πρωταγωνιστή του Πέτερ Κάμεντσιντ. Πρώιμος οικολόγος σε μια εποχή που η αίσθηση της οικολογίας δεν είχε καν αναπτυχθεί καθώς μιλάμε για ένα βιβλίο γραμμένο στις αρχές του προηγούμενου αιώνα είναι μια εκδοχή που την υποστηρίζει ο ίδιος ο συγγραφέας μαγεμένος και ο ίδιος προφανώς από τα πρώτα του ταξίδια και τις πρώτες του περιπλανήσεις στα βουνά και στην ύπαιθρο όπου μεταξύ άλλων τοποθετεί την ιστορία του πρωταγωνιστή του. Ο Έσσε σε αυτό το πρώιμο έργο του αρχίζει να αναπτύσσει την ανάγκη του ανθρώπου να επιστρέψει εκεί που ανήκει, από εκεί όπου ξεκίνησε καθώς οι πόλεις αρχίζουν να ασφυκτιούν και η βιομηχανική επανάσταση έχει δείξει το πού πηγαίνει ο κόσμος. Η απομάκρυνση από την φύση και τον καθαρό αέρα θα ήταν εγκληματική και σε αυτό στέκεται.

Πέρα όμως από την εκδήλωσή του και την αγάπη του για την φύση, ο νεαρός ακόμα Έσσε σμιλεύει το ύφος και την αφήγησή του μέσα από αυτό το σπουδαίο νεανικό έργο, συμπυκνώνει και ανακοινώνει τον στοχαστικό χαρακτήρα των έργων που θα επακολουθήσουν, όπως το Σιντάρτα, το Νάρκισσος και Χρυσόστομος, τον Ντέμιαν, όλα εκείνα τα έργα δηλαδή που οδήγησαν την Σουηδική Ακαδημία να του απονείμει το βραβείο Νόμπελ. Ο Έσσε εκκινεί ήδη από τις αρχές του αιώνα να αναζητά απαντήσεις σε ερωτήματα και να συνομιλεί με τις αγωνίες και τις ανησυχίες από τις οποίες διέπεται η ταραγμένη νεανική του φύση. Αφουγκράζεται τον εσωτερικό του κόσμο, αμφισβητεί και αμφιβάλλει, στροβιλίζεται γύρω από τις ενδότερες σκέψεις του και αυτές τις διεργασίες που δημιουργούνται μέσα του τις καταγράφει σε ένα έργο με ποικίλους και πολυεπίπεδους προβληματισμούς. Ο Πέτερ Κάμεντσιντ είναι ένας νέος, ένας άλλος εαυτός του Χέρμαν Έσσε ενδεχομένως, ο οποίος και πορεύεται στον κόσμο μέσα από αλλεπάλληλες αποτυχίες και απογοητεύσεις, διαμορφώνει τον χαρακτήρα του και γεύεται το πιοτό της πικρίας πιο πολύ από εκείνο της χαράς.

Ο Κνουλπ τέλος είναι ένα άλλο πρόσωπο του ίδιου του Έσσε, κάτι που εξάλλου κάνει και ο σύγχρονός του Πεσσόα με τα δικά του πρόσωπα. Ο Κνουλπ σαν άλλος Καβάφης πάει αλλά δεν δεσμεύεται, είναι ένα πρόσωπο που γυρνάει συνεχώς αναζητώντας κάτι ασαφές και όμως αυτό είναι ένα στοίχημα με τον εαυτό του, να ζει για τη στιγμή και να μην αγκιστρώνεται πουθενά και με τίποτα. Είναι ένα είδος flaneur για να θυμηθούμε και τον Περιπατητή των δύο όχθεων του Απολιναίρ, ο ήρωας του οποίου κυκλοφορεί στην πόλη δίχως κάποιο συγκεκριμένο λόγο αλλά απολαμβάνοντας αυτούς τους περιπάτους παρατηρώντας. Είναι ενδεχομένως και μια απόπειρα αποδέσμευσης από όλα αυτά που λαμβάνουν χώρα στην κατάσταση της ίδιας της χώρας στην οποία ανήκει, είναι ενδεχομένως ένας τρόπος να κρατήσει αποστάσεις από μια πραγματικότητα της οποίας αρνείται για λίγο να είναι μέλος.

Ο Βασίλης Τσαλής που ανέλαβε με επιτυχία το έργο της μετάφρασης γράφει στο τέλος του βιβλίου στο σημείωμά του τα εξής ενδιαφέροντα: “Η περιπλάνηση του Κνουλπ μπορεί να εκληφθεί αφενός μεν στην κυριολεξία της, ως η περιπέτεια ενός ανθρώπου δίχως ρίζες, σε συνεχή κίνηση, αλλά ταυτόχρονα και ως μεταφορά της διαρκούς σύγκρουσης που βιώνει ο καλλιτέχνης, ο οποίος φέρει το στίγμα της ανεστιότητας ως εγγενές χαρακτηριστικό του”. Είναι αναμφισβήτητα μια περιπέτεια της ψυχής και του νου που εκτελείται εδώ σε μια προσπάθεια του ίδιου του συγγραφέα να δει μέσα του, να έρθει σε διάλογο με τον εαυτό του και να συνομιλήσει με το εγώ του, να δει το πρόσωπο του μέσα στον Κνουλπ ως ένα είδος καθρέφτη και να γίνει κύριος του εαυτού του μέσα από μία ενδοσκόπηση. 

Ο Έσσε σε όλα τα χρόνια της συγγραφικής του σταδιοδρομίας επιχειρεί μαζί με πολλούς άλλους σύγχρονούς του να αφυπνίσουν τον κόσμο και να αντισταθεί στον εκχυδαϊσμό της ανθρώπινης ζωής που καταστρατηγείται από φερέφωνα και καταστροφείς των συνειδήσεων. Με μαχητικότητα παλεύει να περάσει τα δικά του διδάγματα, όχι με πνεύμα ιεροκήρυκα που γνωρίζει τα πάντα αλλά ως ένα χρήσιμο ξυπνητήρι σε όσα συμβαίνουν κυρίως μεταπολεμικά. Καλεί όλους σε δράση αλλά όχι μία ψευδή δράση, η δράση η δική του είναι η επαφή με την μοναξιά, η αντοχή στην οδύνη που έρχεται μέσα από την εσωτερική εργασία του ανθρώπου με τον εαυτό του σε καθημερινή βάση. Κείμενα σαν και αυτό τελικά του κόστισαν την εκδίωξη από την πατρίδα του και επιπλέον τα έργα του απαγορεύτηκαν. Η δικαίωση ήρθε για τον ίδιο και τα γραπτά του με την απονομή του βραβείου Νόμπελ στο πρόσωπό του, το 1946. Το μεγαλείο του βέβαια έγκειται στη διαχρονικότητα του λόγου του ακόμα και σήμερα και για αυτό παραμένει και θα παραμένει πάντα επίκαιρος!