O Φραντς Κάφκα είχε κάποτε πει πως τα βιβλία που έχουμε ανάγκη είναι εκείνα που πέφτουν σαν το τσεκούρι στην παγωμένη θάλασσα της ψυχής μας. Και πράγματι τα καλά βιβλία υπάρχουν και εμείς αξίζει να τα βρούμε. Κάπου κρύβονται και μας περιμένουν να ανακαλύψουμε τη ζωή που αυτά κρύβουν μέσα τους. Ένα καλό βιβλίο θα είναι πάντα ένας λόγος να κρατάμε απόσταση από το κακό που συμβαίνει γύρω μας και να ξεφεύγουμε με το νου και την ψυχή μας μέσα από ιστορίες πραγματικές ή φανταστικές. Μην ξεχνάμε πως τα βιβλία είναι η αφορμή να νιώσουμε πως δεν είμαστε μόνοι, πως έχουμε καλή παρέα και μπορούμε να ευφρανθούμε. Είναι όμως και ένας εξαιρετικός τρόπος να προσκαλέσουμε τους φίλους μας και να συζητήσουμε, το βιβλίο είναι μεταξύ άλλων κοινός τόπος διαλόγου, χαράς, ανταλλαγής απόψεων και ψυχαγωγίας. Τα βιβλία είναι λόγος ονείρων και αισιοδοξίας και όπως έλεγε και ο Πικάσο για την τέχνη απορροφούν την σκόνη της καθημερινότητας. Όλα αυτά έχουν σχέση με το βιβλίο του ηθοποιού Στέλιου Μάϊνα, ο οποίος τολμά και γράφει, τολμά και εκφράζεται και μας χαρίζει ένα τόσο συγκινητικό μα και γεμάτο αλήθειες μυθιστόρημα.
Πλέοντας στο απέραντο άγνωστο μέσα σε τρικυμίες και φουρτούνες
Είναι σχεδόν στερεότυπο και αδιαμφισβήτητο να αναφέρω πως ο Στέλιος Μάινας συγκαταλέγεται στους κορυφαίους ηθοποιούς της γενιάς του έχοντας υποδυθεί πολλούς επιτυχημένους ρόλους σε θέατρο, κινηματογράφο και τηλεόραση. Έχει όμως και τη δική του θητεία στη συγγραφή λογοτεχνικών έργων διότι ο κάθε άνθρωπος μπορεί να ξεδιπλώνει πολλαπλές εκφάνσεις του σε διαφορετικά πεδία αν και η λογοτεχνία με το θέατρο είναι συγκοινωνούντα δοχεία. Σε αυτό το νέο του μυθιστόρημα, ο συγγραφέας Στέλιος Μάϊνας εμπνευσμένος από μυθιστορήματα όπως το Μόμπυ Ντικ του Χέρμαν Μέλβιλ, από συγγραφείς όπως ο Τζόζεφ Κόνραντ αλλά και ο Τζακ Λόντον περιπλανιέται νοερά στις θάλασσες του κόσμου που κρύβουν παγίδες και περιγράφει τις δυσκολίες των ναυτικών. Είναι αυτοί οι αφανείς ήρωες που καθημερινά παίζουν τη ζωή τους κορώνα γράμματα για να φέρουν σε πέρας το δύσκολο έργο της ναυσιπλοΐας, εκεί στα αδάμαστα κύματα του Ποσειδώνα που δέρνουν αλύπητα τα κάθε λογής πλεούμενα.
Ο Μάϊνας αναφέρεται στην ίδια τη ζωή, την σκληρή ζωή των ναυτικών που καθημερινά πασχίζουν να επιβιώσουν μέσα από την αρμύρα που μαστιγώνει τις τύχες τους και την μοίρα τους ενώ οι ίδιοι πλέουν μεσοπέλαγα με όπλο την αγάπη για την θάλασσα αλλά και την στιγμή εκείνη που θα επιστρέψουν πίσω στην πολυπόθητη στεριά για να ανταμώσουν, σαν τον πολυμήχανο Οδυσσέα, τα αγαπημένα τους πρόσωπα. που θέτει διλήμματα και μας καλεί πολλές φορές να λάβουμε δύσκολες αποφάσεις και υπό δύσκολες συνθήκες πίεσης. Ο ήρωάς του, ο Μιχάλης, ανθρώπινος και πραγματικός μας συστήνεται για να γίνουμε και εμείς κοινωνοί του και να πορευτούμε στο δικό του σύμπαν, ανακαλύπτοντας τη δύναμή του αλλά και την αδυναμία του. Η πορεία του Μιχάλη είναι η πορεία του ανώνυμου ναυτικού που πορεύεται εκεί στα μέσα των ωκεανών αγκαλιά με τις αναμνήσεις και τις μνήμες του, συντροφιά με την μοναξιά του και όλα αυτά για να φέρει εις πέρας την αποστολή για την οποία τάχθηκε. Με οδηγό τα ταξίδια του Νίκου Καββαδία στον οποίο αναφέρεται συχνά μέσα από τους στίχους του, με όχημα τις ποιητικές αναφορές στον Γιάννη Ρίτσο, τον συγγραφέα του Μεγάλου Ανατολικού και της Σονάτας του Σεληνόφωτος αλλά και με πλούσιο λεξιλόγιο της ναυτοσύνης, ο Μάϊνας ξεδιπλώνει ένα μυθιστόρημα γεμάτο εικόνες και πρόσωπα. Οι λέξεις είναι ο ίδιος ο συγγραφέας και για αυτό το λεξιλόγιο των ναυτικών, αυτό το τόσο ιδιαίτερο και τόσο σαγηνευτικό προσφέρουν στον αναγνώστη ένα σχεδόν κινηματογραφικό σκηνικό σαν να βλέπει τα Κανόνια του Ναβαρόνε. Διότι ο Μάϊνας, μεγαλωμένος στην Ερμούπολη της Σύρου είχε έρθει σε επαφή με αυτόν τον κόσμο της ναυτοσύνης και τα βιώματα δεν μπορούν να κρυφτούν και γιατί άλλωστε.
«Η μοίρα του ναυτικού. Την ήξερε καλά εκείνη τη γλυφή γεύση στα χείλη. Κι ο ναύτης πίνει πικροθάλασσα στην κούπα του Οδυσσέα που λέει και ο ποιητής. Περιφερόταν χωρίς σκοπό, χαζεύοντας τα χρώματα της υπαίθριας αγοράς. Στην ανωνυμία του πλήθους, αποκτούσε ταυτότητα, υπόσταση. Άλλωστε, ανάμεσα στα σχιστά μάτια και τα κίτρινα πρόσωπα ξεχώριζε. Ανάμεσα στα κοφτά σύμφωνα και τα καμπουριαστά φωνήεντα, που, ξεκινώντας από τα στόματα εκείνων που τα πρόφεραν, έχαναν την αφετηρία τους και χάνονταν μέσα σ’ ένα πλήθος ανθρώπων που γινόταν μάζα…» γράφει ο Μάϊνας για αυτό τον ναυτικό, του οποίου το άγαλμα βλέπει στην χώρα της Άνδρου όποιος επισκέπτεται το νησί. Είναι ο ναυτικός συνυφασμένος με την ιστορία της χώρας και ό,τι συμβαίνει στον Μιχάλη αλλά και στο πλήρωμα του πλοίου είναι η μοίρα όσων βουτάνε σε άγνωστα νερά και σε τρικυμιώδεις θάλασσες δίχως να γνωρίζουν αν θα ξαναδούν αγαπημένα τους πρόσωπα.
Ο Στέλιος Μάϊνας δεν πλατειάζει, δεν κουράζει τον αναγνώστη αλλά τον καθηλώνει ενώ τον ταξιδεύει σε τόπους πολύ μακρινούς όπως το Χονγκ Κονγκ, εκεί στην άλλη άκρη του κόσμου όπου εκτυλίσσεται ένα μέρος της ιστορίας. Αποκαλύπτει τα τρωτά σημεία των ναυτικών και δεν τους ωραιοποιεί γιατί σκοπός του είναι να αναδείξει τον άνθρωπο ναυτικό. Είναι από εκείνους τους ηθοποιούς που πραγματικά ξεχωρίζουν για τον τρόπο που υποδύονται χαρακτήρες, ξεχωρίζει για τον την εκφραστικότητά του, για την αφήγηση, για την εκφορά του λόγου και με το θέμα με το οποίο αποφασίζει να ασχοληθεί αγγίζει πολλές φλέβες ανθρώπων. Προκαλεί το συναισθηματικό ξύπνημα που προκαλούν στο διψασμένο για ανακάλυψη αναγνώστη τα δροσερά νερά μιας πηγής. Το βιβλίο αυτό που αντανακλά το πάθος και το μεράκι του συγγραφέα που βλέπει στα μάτια τον αναγνώστη και τον καλεί αληθινά και άμεσα να γευτεί τον καρπό της χαράς της ανάγνωσης. Αξίζει λοιπόν τον κόπο να τον ανακαλύψουμε και να τον διαβάσουμε γιατί έχει τόσα πολλά να μοιραστεί μαζί μας.
«Η φυγή είναι το κρυφό ή φανερό διακύβευμα του ναύτη στην αδυναμία του να μείνει και να λύσει τα προβλήματά του. Η οικογένεια το αραξοβόλι του, το άλλοθί του. Κάποιος να περιμένει, μια γυναίκα, μια μάνα, ένας φίλος, ένα κίνητρο για να παλέψει για την επιστροφή, για τον νόστο»



