Ντύλαν Τόμας, Σκοτεινά παραμύθια, Εκδόσεις Ροές

Το άστρο του ποιητικού και αιρετικού Ντύλαν Τόμας διαφάνηκε από πολύ νεαρή ηλικία όταν παρατούσε το σχολείο για να επιδοθεί στο διάβασμα και όταν σε ηλικία μόλις 16 ετών έγραψε το πρώτο του ποίημα. Ο Ντύλαν Τόμας, τα διηγήματα του οποίου βρίσκουμε σε αυτήν την έκδοση να μεταφράζονται πρώτη φορά στα Ελληνικά, είναι ένας από τους καταραμένους συγγραφείς και ποιητές αφού έφυγε σε ηλικία μόλις 39 ετών, όπως άλλωστε και ο ποιητής Ρεμπώ από τον οποίο τόσο επηρεάστηκε ως προς το ύφος και την θεματολογία των γραπτών του. «Πρόκειται για ένα παιδί-θαύμα και θεωρείται δικαίως ως «ο Ρεμπώ της Cwmdonkin Drive»» όπως θα γράψει και η Έφη Φρυδά, η οποία επιμελήθηκε το διδακτικό επίμετρο και έφερε εις πέρας το δύσκολο μεταφραστικό κατόρθωμα. Διαβλέπω όμως προσωπικά ως επιπρόσθετο ισχυρό πόλο επιρροής του Τόμας τον Πόε και τα δικά του ποιήματα που σε νεαρή ηλικία έγραψε.

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Printa – Ροές

Ένας νέος ώριμος ή ένας ώριμος νέος;

Διακρίνω εδώ παράλληλους βίους, μιας και εκείνος πέθανε στην ίδια περίπου ηλικία, αλλά πέρα από το ηλικιακό ο Πόε, όπως και ο Τόμα,ς ξεπέρασαν την έννοια του λογοτέχνη και του ποιητή αγγίζοντας την έννοια του στοχαστή, του φιλοσόφου της ζωής, ένας νέος ώριμος και ένας ώριμος νέος, αδιαφιλονίκητα διαχρονικός γητευτής του λόγου. Στα διηγήματα που παρουσιάζονται εδώ, ο Τόμας δεν έκανε τίποτα άλλο από το να προετοιμάσει το έδαφος για όλα αυτά για τα οποία έγινε παγκοσμίως γνωστός, αναμετρήθηκε με την ίδια του την έμπνευση και παρέδωσε στον σύντομο χρόνο ζωής του ένα σύνολο μεγαλειώδους σημασίας που ακόμα και σήμερα παραμένει υπό εξέταση.

Κάθε νεότητα κρύβει αναμφίβολα θησαυρούς που η ωριμότητα, όποια και αν είναι αυτή, δεν μπορεί να εξασφαλίσει, γιατί η νεανική ψυχή είναι ανερμάτιστη, ανεξάντλητη και ακατέργαστη. Να σημειωθεί πως μεταξύ 1930 και 1934 συγκέντρωσε στα σημειωματάριά του 200 σχεδόν ποιήματα και πως η μισή παραγωγή ποιημάτων του προέρχεται από την περίοδο των εφηβικών και μετεφηβικών του χρόνων. Παράτησε το σχολείο για να εργαστεί ως ανταποκριτής εφημερίδας, ενώ ήδη από πολύ πρώιμη ηλικία ξετυλίγει το κουβάρι της λογοτεχνικής και ποιητικής του ευφυΐας μέσα από ένα πάντρεμα που είναι σημείο αναφοράς και αντικείμενο ενδελεχούς μελέτης μέχρι και σήμερα. «Πρόκειται για διηγήματα-ποιήματα, για ποιητική πρόζα, όπου μπορεί ήδη να διακρίνει κανείς όλα τα χαρακτηριστικά του ώριμου ποιητικού λόγου του Ντύλαν Τόμας». Είναι το μεγαλείο ενός δημιουργού που πατώντας πάνω σε θρύλους του βορρά και της πατρίδας του της Ουαλίας, σε παραμύθια που διάβαζε ήδη από τα παιδικά του χρόνια και από διάφορες λαϊκές δοξασίες κατάφερε να χτίσει ένα δικό του υφολογικό κόσμο, ζηλευτό και μοναδικό, έτσι που αν και έχει επιχειρηθεί να ενταχθεί σε κινήματα όπως ο ρομαντισμός, ο συμβολισμός ή ο σουρεαλισμός, εν τούτοις χαράσσει την δική του προσωπική πορεία μέσα από μία λογοτεχνική και ποιητική έκσταση και έναν λόγο μεταφυσικό και καταιγιστικό.

Στον αστερισμό της φύσης και του θανάτου

Αν προσπαθούσε κάποιος να απεικονίσει τα ποιήματα του Τόμας σίγουρα θα ανέτρεχε στον Ουίλλιαμ Μπλαίηκ, τόσο τον ποιητή όσο και τον ζωγράφο, θα μεταφερόταν αυτόματα και απευθείας σε αυτό το απόκοσμο σύμπαν των μύθων και των μεταφυσικών προσώπων που δύσκολα ερμηνεύονται. Εξάλλου, η Έφη Φρυδά για μια ακόμα φορά αναφέρει πολύ εύστοχα πως «ο Τόμας δεν είναι φορμαλιστής, είναι ιμαζιστής. Αγγελιαφόρος ενός σκοτεινού διονυσιακού κόσμου γεμάτου ασυνείδητες δονήσεις και μεταστοιχειώσεις, πλησιάζει περισσότερο τους νεο-ρομαντικούς του ’40, μπαίνοντας στην εμπροσθοφυλακή της μεταφυσικής ποίησης και, όπως οι δάσκαλοί του Τζων Ντον, Ουίλλιαμ Μπλαίηκ και Τόμας Χάρντυ, νιώθει βαθιά τη διττότητα της ζωής, το θάνατο μέσα στη ζωή, την αέναη σύνδεση αυτών των δύο». Ο Τόμας υμνεί τη ζωή μέσα από την σφραγίδα της ύπαρξης του θανάτου από τον οποίο δεν γλιτώνουμε και άρα οφείλουμε να συμφιλιωθούμε, έναν θάνατο που πραγματεύεται με πάθος και ζήλο. Στον «Επισκέπτη» για παράδειγμα, θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για προφητική διάσταση του λόγου του και συμβολική αναφορά – όμοια με αυτή του Βαν Γκογκ όταν ζωγράφιζε κοράκια και κυπαρίσσια στους πίνακές του – στον δικό του αγωνιώδη κόσμο, αν και είμαστε στην νεότητά του. Ωστόσο, ο θάνατος είναι ένα στοιχείο πρωταρχικό και η φύση του μάλλον ασθενική, κάτι που θα εκδηλωθεί αργότερα.

«Τον είδαν να ανηφορίζει το λόφο κρατώντας ένα ψόφιο ζώο ψηλά στο φως των αστεριών. Τον είδαν στη σκιερή κοιλάδα καθώς βάδιζε, με την κίνηση που θερίζει στάρι, πέρα από το φρύδι των αγρών». Από το διήγημα ‘Το φλεγόμενο βρέφος’

Ο ποιητής πεζογραφεί ποιητικά και αφηγείται ποιητικά με μια γραφή και αιχμαλωτίζει τον αναγνώστη ενώ τον εντάσσει αβίαστα και χωρίς δεύτερες σκέψεις στο σκοτεινό παρόν που εκείνος διαβλέπει μέσα του ήδη από τόσο νεαρή ηλικία. Ο συναισθηματικός του κόσμος, επηρεασμένος και από τα αναγνώσματά του, έχει ήδη λάβει συγκεκριμένη κατεύθυνση και εκεί οδηγείται δίχως να παιδεύεται. Αυτός ο λυρισμός του που συνοδεύεται από μια καταχνιά και ένα άρωμα θανατικού που κυριαρχεί είναι έκδηλα σε κάθε γραμμή και σε κάθε προσπάθεια εξωτερίκευσης της ανήσυχης φωνής του ποιητή. Ο Τόμας είναι αγκαλιά με τις αγωνίες του και τις θρέφει με το γάλα της φύσης που μας κυριεύει, που μας περιβάλλει, της φύσης που έχει δύναμη και επιβάλλεται στους ανθρώπους, σε εμάς τους τρωτούς θνητούς που μπροστά στη φύση μοιάζουμε λιλιπούτειοι και ακροβάτες του ονείρου. Ο Τόμας είναι ο υμνητής της απώλειας, της νεκρολογίας και βιώνει ο ίδιος μέσα από τους ήρωές του, τους τόσο παράταιρους αλλά και εξωπραγματικούς έναν διαρκή πόλεμο συνείδησης σαν μια ανώτερη θεϊκή δύναμη που του είναι οικεία να οδηγεί το χέρι του να καταγράψει τον τρόμο της φυγής από έναν κόσμο για το ταξίδι σε έναν άλλο μυθικό και άγνωστο. Και εκεί κάπου στο τέλος που προδιαγράφεται να ξυπνάει ένα νέο πρωινό και μια νέα αρχή, σαν το λουλούδι που ξεπηδά μέσα από την άσφαλτο και κανείς δεν ξέρει ή δεν καταλαβαίνει το πώς.

Πάλι στον «Επισκέπτη» γράφει: «Δεν υπάρχει επαύριον για τους νεκρούς. Πώς να φανταστεί με ποιον τρόπο, έπειτα από την επόμενη νύχτα και τον ύπνο της, θα βλάσταινε και πάλι σαν ανθός η ζωή μέσα από τις ρωγμές της». Και εδώ θα θυμηθούμε τον Λατινοαμερικανό Κιρόγα, τον οποίο δεν ξέρω αν γνώριζε αλλά τα διηγήματα θανάτου του σίγουρα κάπου διασταυρώνονται σε μία πνευματική γέφυρα ή σε κάποιον λογοτεχνικό κόμβο, συνομιλούν με τον Τόμας και συναντούν σαν παλιοί φίλοι αυτά που ο Τόμας μας περνάει στα δικά του γραπτά. Κλείνω με μία φράση του Ρόμπερτ Λάουελ που αναφέρει για τον Τόμας το 1947: «Είναι ένας εκθαμβωτικός σκοτεινός συγγραφέας, τον οποίο μπορούμε κάλλιστα να απολαύσουμε δίχως να κατανοήσουμε». Και αυτή είναι η απόλυτη μαγεία του, το μικρό του θαύμα!

«Για εκείνον όμως η ομίχλη ήταν η μάνα του, του έριχνε ένα πανωφόρι στους ώμους πάνω από το σκισμένο του πουκάμισο και το ξεραμένο αίμα στις ωμοπλάτες του. Η ομίχλη τον ζέσταινε͘  στα χείλη του γευόταν την τροφή και το πιοτό της͘  τώρα χαμογέλασε τυλιγμένος στο μανδύα της σαν γάτα» Από το διήγημα ‘Το φόρεμα’.

«Όλη μέρα η σκέψη του δέντρου δεν είχε αφήσει το παιδί͘  όλη νύχτα το δέντρο έστεκε ορθό στα όνειρά του σαν το αστέρι που στάθηκε πάνω από τον άγιο τόπο» Από το διήγημα ‘Το δέντρο’.