Φιοντόρ Ντοστογιέβσκη, Το Χωριό Στεπαντσίκοβο, Εκδόσεις Γκοβόστη

Μπορεί το βιβλίο αυτό του Ντοστογιέφσκι να μην ανήκει στα δημοφιλή μυθιστορήματά του, μπορεί να μην έχει ακουστεί όσο τα υπόλοιπα αλλά αυτό δεν σημαίνει πως είναι λιγότερο σημαντικό. Πρόκειται για ένα σύγγραμμα που συμπυκνώνει την πραγματικότητα των ανθρώπινων αξιών και την αδυναμία εύρεσής τους, είναι ο καθρέφτης του τέλματος από το οποίο η ανθρωπότητα δύσκολα θα απεμπλακεί. Ο Ντοστογιέβσκη δεν έπαψε να εισχωρεί εις βάθος στην ανθρώπινη ψυχή και φύση και να αναδύει μέσω του λόγου του εκείνα τα στοιχεία που αποδεικνύουν πόσο τρωτός είναι ο άνθρωπος του τότε και του σήμερα, διότι μην λησμονούμε πως οι εποχές μπορεί να άλλαξαν, όμως οι άνθρωποι όχι. Ο Ντοστογιέφσκι περιγράφει τη ζωή σε ένα χωριό της Ρωσικής επικράτειας, αναφέρεται σε χαρακτήρες και σε πρόσωπα τόσο ευάλωτα όσο και θρασέα. Μέσα σε μία κοινωνία, όπως αυτή που παρουσιάζεται ενώπιόν μας μέσω της αφήγησης, ο αναγνώστης και μάρτυρας παρατηρεί κάθε λογής ανθρώπους με την αδυναμία των χαρακτήρων τους να πρωταγωνιστούν σε ένα θέατρο σκιών και συγκρούσεων ͘  μία πραγματικότητα αφηγηματική που δεν απέχει από αυτήν της πραγματικής κοινωνίας.

Τα δύο πρόσωπα μιας κοινωνίας

Μέσα από το παράδειγμα του Φομά Φόμιτς, ενός ανθρώπου που δεν διστάζει να γίνει εκμεταλλευτής των πάντων και να ζητάει συνεχώς την προσοχή στο πρόσωπό του, ο Ντοστογιέβσκη θα φωτίσει το κατά πόσο ο άνθρωπος μπορεί να καταστεί απελπισμένα εγωιστής, εγωκεντρικός και τελικά σκιά του χειρότερου εαυτού του. Ο Φομά Φόμιτς αναστατώνει και προκαλεί συνεχή ρήγματα στην οικογένεια του ταγματάρχη, δεν σταματά να έχει την εύνοια της στρατηγίνας μητέρας, να ζει πλουσιοπάροχα εις βάρος του ταγματάρχη, να αποζητά την αναγνώριση της συμβολής του στην ευμάρεια της οικογένειας, να καθίσταται πρόσωπο κεντρικό σε κάθε στιγμή και ώρα της ημέρας, ένας καταλύτης και ένας παρεμβατικός παράγοντας. Είναι ένας άνθρωπος φιλόδοξος, κουτοπόνηρος και απαιτητικός με την κακή έννοια του όρου, είναι εκείνο το δείγμα ανθρώπου που ο Ντοστογιέβσκη επιθυμεί να αναλύσει μιας και το συναντά συχνά στην καθημερινότητά του, όντας ο ίδιος θύμα συμπεριφορών παρόμοιων αδίστακτων και διψασμένων για «εξουσία» και αναγνώριση ανθρώπων.

Ο ταγματάρχης από την άλλη είναι ένας άνθρωπος καλοσυνάτος, καλόκαρδος, ευαίσθητος, μεγαλόψυχος, ένας άνθρωπος που δεν στέκεται σε μικροπρέπειες αλλά κατανοεί και δεν κρατά κακίες, ένας άνθρωπος που αναγνωρίζει τα λάθη του. Αυτό μάλιστα σε υπερβολικό βαθμό, τέτοιον που ο ίδιος θα υποφέρει όσο ο Φομά Φόμιτς παραμένει μόνιμος κάτοικος και θαμώνας του σπιτιού του. Κατανοεί τα βάσανα του γελωτοποιού Φόμιτς, ενός ανθρώπου που στα μάτια του βλέπει μία ψυχή που υποφέρει και είναι έτοιμος να του συγχωρέσει τα πάντα γιατί «από εκείνον που υπέφερε, δεν μπορεί να έχεις τις ίδιες απαιτήσεις που θα είχες από έναν συνηθισμένο άνθρωπο. Όχι μόνον πρέπει να του συγχωρείς πολλά, μα επιπλέον πρέπει με την πραότητα σου να του κλείσεις την πληγή, να τον αποκαταστήσεις, να τον συμφιλιώσεις με την ανθρωπότητα».

Ο Ντοστογιέφσκι μας προσφέρει μία ιστορία με πλείστα διδάγματα αφού έχουμε μπροστά μας τα δύο πρόσωπα μιας κοινωνίας που αποτελείται από κάθε είδους ανθρώπους, ανθρώπους με ψυχική δύναμη που δεν εκφράζονται αλλά παρουσιάζονται συγκαταβατικοί σε βαθμό να θεωρούνται θύματα από εκείνους που με περισσό θράσος δεν λογαριάζουν ανθρωπιά αλλά κινούνται από κίνητρα συμφέροντος, έτοιμοι να κατασπαράξουν την καλοσύνη. Αυτή η σύγκρουση μεταξύ δύο κόσμων τόσο ανόμοιων είναι η μαγεία και η ουσία των αφηγηματικών καταθέσεων του Ρώσου που δεν έπαψε ο ίδιος προσωπικά να ταλανίζεται από διαφόρων ειδών ερωτήματα και να παλεύει να ερμηνεύσει αντιδράσεις, πράξεις και παραλείψεις του ανθρώπινου είδους. Παράλληλα, δεν παύει να δείχνει το βάθος της ψυχής του ανθρώπου που είναι ικανός για κάθε δυνατό καλό ή κακό. Είναι μια μάχη ανάμεσα στο καλό και το κακό, αυτό που και ο Νίτσε ανέλυσε, αλλά με την πεποίθηση πως «οι καλοί καιροί δεν πέφτουνε από τον ουρανό, εμείς τους κάνουμε. Είναι κλεισμένοι στην καρδιά μας». Και σαν ο ταγματάρχης θεωρεί πως ο Φομά Φόμιτς πράγματι ξεστράτισε και εκείνος οφείλει μία συγγνώμη σε εκείνον, τότε ο Φομά Φόμιτς, αυτός ο άνθρωπος που δεν λυγίζει και δεν φοβάται τίποτα έρχεται να ζητήσει από τον πρώτο ακόμα περισσότερα για να τονώσει ακόμα περισσότερα την ανάγκη για προσοχή, την τόνωση του εγώ του που παραμένει πληγωμένο και πρέπει να τροφοδοτηθεί και άλλο σε βαθμό αδηφάγο.

Ένας αιώνιος αναζητητής απαντήσεων

Τελικά σε όλη τη διάρκεια της αφήγησης αυτό που προκύπτει είναι πως από την πλευρά του ταγματάρχη υπάρχει η ανοχή στο διαφορετικό, η ανοχή στο αμαρτωλό πρόσωπο που έχει απέναντί του, η πλήρης υποταγή σε έναν άνθρωπο που ουσιαστικά έχει την ανάγκη να κλείσει τις πληγές του και φέρεται αλλόκοτα και άδικα. Ο ταγματάρχης, σαν μικρός Χριστός είναι εκεί να τον παρηγορήσει, απροστάτευτος ο ίδιος και αδύναμος να δει την κακία μπροστά του, γίνεται έρμαιό του, απόλυτο θύμα του. Μετανιώνει για τις στιγμές που ενδεχομένως να του φέρθηκε άσχημα και να τον αποπήρε ενώ και ο ίδιος δηλώνει ίσως με αφελή ειλικρίνεια αλλά με πάσα αθωότητα το παρακάτω: «Γιατί ο άνθρωπος να είναι κακός; Γιατί ως και εγώ ο ίδιος να ‘μαι τόσο συχνά κακός, ενώ είναι τόσο ωραίο ο άνθρωπος γεμάτος καλοσύνη; {…}». Και εκείνος προστρέχει με καλοσύνη, μεγαλείο και γενναιοδωρία ψυχής για να εφαρμόσει στο πρόσωπο αυτήν τη θεωρία δίχως καμία έκπτωση. «…ακόμη και στο πλάσμα εκείνο που μπορεί να ‘πεσε πολύ χαμηλά, υπάρχουν συναισθήματα πολύ υψηλά, ότι ανεξερεύνητο είναι το βάθος της ανθρώπινης ψυχής, ότι δεν πρέπει να κατηγορούμε κάποιον που πέφτει, αλλά αντίθετα να τρέχουμε κοντά του και να τον βοηθάμε, ότι είναι άδικο το μέτρο της ηθικής που έχει δεχτεί και εφαρμόζει ο κόσμος, και τέτοια πολλά». Και όμως υπάρχει μία ηλιαχτίδα ελπίδας από τον Ντοστογιέφσκι όταν βάζει στο στόμα του παραστρατημένου Φομά Φόμιτς τα παρακάτω ειλικρινή λόγια: «Θέλω ν’ αγαπώ, ν’ αγαπώ τον άνθρωπο και όμως δεν μου δίνουνε άνθρωπο, μου αφαιρούν τον άνθρωπο! Δώστε, δώστε μου άνθρωπο για να μπορέσω να τον αγαπήσω! Που είναι αυτός ο άνθρωπος; Πού κρύφτηκε αυτός ο άνθρωπος; Σαν τον Διγενή με το φανάρι γυρεύω σ’ όλη μου τη ζωή και δεν μπορώ να τον βρω και δεν μπορώ κανέναν ν’ αγαπήσω, αν πρώτα δεν βρω τον άνθρωπο. Κατάρα σ’ αυτόν που μ’ έκανε μισάνθρωπο». Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου!

 

«Αν θέλεις να νικήσεις τον κόσμο, νίκησε τον εαυτό σου».

«…τι υπέροχο μέρος είναι εδώ, τι φύση! Τι ομορφιά! Να πάρε αυτό το δέντρο, κοίταξέ το: δεν θα μπορούσες να τ’ αγκαλιάσεις με τα δυο σου χέρια; Τι ζωηράδα που ‘χει το φύλλωμα του! Και αυτός ο ήλιος! Μετά την καταιγίδα όλα είναι καθαρά, πλυμένα!… Θα ‘λεγες πως και τα δέντρα καταλαβαίνουν και αισθάνονται και χαίρονται τη ζωή».