
Αυτό το ποίημα εκφράζει απόλυτα την στάση του ποιητή απέναντι στην ζωή. Μία ολόψυχη κατάφαση. Ένα μεγάλο Ναι στην ζώσα ζωή, τα ζεστά ζωηρά κεράκια της και αποδοχή με λύπη του θανάτου που είναι μέρος του κύκλου της. Το λυπηρό, ανεξάρτητα από την βούληση μας, ενυπάρχει στην γήινη μας πορεία, το ηδύ καλούμεθα να το βρούμε και να το απολαύσουμε.
……Πως τρέμουν μην την χάσουνε και πώς την αγαπούνε η σαστισμένες κι αντιφατικές ψυχές,……
Αυτό εκπέμπει η ποίηση του Καβάφη, αυτό θέλει να μας μεταφέρει, γύρω από την ζωή περιτριγυρίζει και μέσα σ’ αυτήν μπαίνει βαθιά, κυνικά και θαρρετά με περισσή ειλικρίνεια, παρά τα πολύ δύσκολα νεανικά του χρόνια με τους θανάτους του πατέρα του και των αδελφών του. Τα ποιήματα του ένας οδηγός για ένα μονοπάτι όπου περπατάνε χέρι-χέρι ο Διόνυσος με τον Απόλλωνα, η Αρετή κι η Ηδονή πατώντας γερά στην γή.
…..Από τες ηδονές πολλά θα διδαχθεί.
Την καταστρεπτική δεν θα φοβάται πράξι
Το σπίτι το μισό πρέπει να γκρεμισθεί.
Έτσι θ’ αναπτυχθεί ενάρετα στην γνώσι.
«Η απασχόληση του με το παρελθόν δεν ήταν μια φυγή από την ζωή αλλά ένα βαθύτερο ενδιαφέρον γι αυτήν, ένας τρόπος να δεί τα αιώνια προβλήματα της στην σωστή τους προοπτική και στην πραγματική τους σημασία», γράφει εύστοχα ο Cecil Maurice Bowra, στο απόσπασμα του δοκιμίου του για τον Καβάφη, που παραθέτει ο συγγραφέας του βιβλίου. Στο βιβλίο, που είναι μία παράθεση άρθρων και ομιλιών του συγγραφέα Δημ. Δασκαλόπουλου, που προσπαθούν να αναλύσουν την προσωπικότητα, το έργο και την ζωή του ποιητή θα βρούμε πολλές χρήσιμες πληροφορίες που θα μας βοηθήσουν να σκιαγραφήσουμε την στάση του απέναντι στην ζωή και την φιλοσοφία του. Δυστυχώς ο συγγραφέας δεν αποφεύγει και αυτός την ενοχλητική, όσο και τελείως περιττή, συζήτηση για τις ερωτικές προτιμήσεις του ποιητή. Περιττή γιατί ο ίδιος ο Καβάφης, στα ποιήματα που ο ίδιος επέλεξε να δημοσιεύσει μας περιγράφει τις στιγμές ηδονής που έζησε ή ονειρευόταν να ζήσει – αυτό δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε – και την σημαντική θέση που κατείχε ο έρωτας στην ζωή του, αν λάβουμε υπόψιν και για ποια εποχή μιλάμε. Ενοχλητική και ανοίκεια γιατί δεν νομίζω ότι θα βοηθούσε κανέναν να προσλάβει το νόημα της Ιθάκης διαφορετικά ή της Έρημης Γής του Έλιοτ καλύτερα αν είχε πρόσβαση στην κρεβατοκάμαρα των δυο ποιητών.
Σκιά και νύξ είν’ η Σιγή. Ο Λόγος η ημέρα.
Ο Λόγος είν’ αλήθεια, ζωή, αθανασία.
Εδώ ο Καβάφης μας εξηγεί φιλοσοφικά την ανάγκη, ίσως και την υποχρέωση, που έχει η ποιητική έμπνευση να φανερωθεί, να βγεί από το σκοτάδι στο φώς και να δοθεί απλόχερα στους ανθρώπους. Δεν σου δίνει ο ουρανός καμία δύναμη για να επωφεληθείς από αυτήν προσωπικά αλλά για να την χρησιμοποιήσεις για κοινό όφελος. Έτσι ενστερνίσθηκε την Αριστοτελική μεγαλοψυχία και επιζήτησε την αναγνώριση, …τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών, τα δύσκολα και τ’ ανεκτίμητα έργα…, όπως, κατά τον Σταγειρίτη είχε υποχρέωση να κάνει ανεξάρτητα αν «οι άλλοι» θα του την δώσουν. Στο ίδιο ποίημα Η Σατραπεία, μέμφεται την τύχη του
Τι συμφορά, ενώ είσαι καμωμένος
Για τα ωραία και μεγάλα έργα
Η άδικη αυτή σου η τύχη πάντα
Ενθάρρυνσι κ΄επιτυχία να σε αρνείται…
Μη συνειδητοποιώντας ότι την ώρα που έγραφε αυτούς τους στίχους είχε ήδη νικήσει τον θάνατο και είχε περάσει στην αιωνιότητα. Θα μπορούσε ήδη να διακρίνει την καταξίωση του από την επιλογή του ως αντίπαλου δέους πρώτα από τον Παλαμά και μετά από τον Σεφέρη, όπως μας πληροφορεί το βιβλίο. Γιατί άραγε ο Σεφέρης αισθάνθηκε αυτήν την ανάγκη; Πέραν από τις ατέρμονες, ανιαρές και άχρηστες «τεχνικές» αναλύσεις της ποίησης του Καβάφη, όπως και όλων των ποιητών από τεχνοκράτες, οι οποίοι ψάχνουν να βρούν μοτίβα στην διατύπωση του ονείρου του ποιητή – διότι αυτό κάνουν οι ποιητές κατά τον Νίτσε από τον Πίνδαρο μέχρι σήμερα – και που δεν ενδιαφέρουν κανένα από αυτούς που θέλουν απλώς να απαντήσουν στο ερώτημα Τι είδες εσύ ποιητή; Αυτοί οι «ερευνητές» είναι που, αφού ολοκλήρωσαν την τυμβωρυχία, προσπάθησαν να κατατεμαχίσουν τον ποιητή, όπως αναφέρει ο Στέφανος Ροζάνης (Ποιήματα, εκδόσεις Ύψιλον) σε πολιτικό, ηδονικό, ιστορικό, διδακτικό, φιλοσοφικό και άλλα. Η ποίηση του Αλεξανδρινού όμως αντιστέκεται σθεναρά και αρνείται να κοπεί σε κομματάκια για να την καταπιούν οι ανεπαρκείς, από πνευματική δυσπεψία πάσχοντες αναγνώστες. Ο Καβάφης ήταν Ελληνικός όπως είπε ο ίδιος – και ο νοών νοείτω – και έγινε παγκόσμιος, τίποτε άλλο.
Ένα από τα θέματα που επαναλαμβάνεται στην ποίηση του Καβάφη, είναι το γήρας. Ο οίκτος και η απέχθεια του για την εκφυλιστική διαδικασία του γήρατος εκφράζεται έντονα με λέξεις όπως τα πετσιά, σέρνονται κλπ. Πηγή αυτής της αποστροφής η φιλαρέσκεια του, η λατρεία του για το νεανικό σφρίγος και το ωραίο σώμα και γενικά η τόσο απροκάλυπτη ανεξήγητη αυτολύπηση για την άθλια μοίρα του. Ο Ξενόπουλος, όπως μας πληροφορεί ο συγγραφέας τον περιγράφει σαν κάποιον που δεν θα τον έλεγες όμορφο, με προσεγμένη εμφάνιση, με ιδιότυπες ενδυματικές επιλογές που τον έκαναν να μοιάζει πιο πολύ με Άγγλο έμπορο παρά με λόγιο και διανοούμενο. Ποιος ήταν ο χωροχρόνος μέσα στον οποίο απλώνεται το ποιητικό του έργο; Συμφωνώντας απόλυτα με τον Ροζάνη είναι ο Ιστορικός χρόνος, το παρελθόν, τα περασμένα που τα βλέπει με λύπη:
……..Δεν θέλω να τα βλέπω με λυπεί η μορφή των
Και με λυπεί το πρώτο φώς των να θυμούμαι….
Αυτός είναι και ο χρόνος όλης του της ποίησης. Και ποτέ το μέλλον: Τα μέλλοντα είναι των θεών. Η Ιστορία βασικό στοιχείο της μυθοπλασίας του, Καβάφη και ο ίδιος βαθιά στην μελέτη της. «Εγώ είμαι ποιητής ιστορικός… αισθάνομαι μέσα μου 125 φωνές να με λέγουν ότι θα μπορούσα να γράψω ιστορίαν. Μα τώρα είναι πιά αργά» ή «Εγώ είχα δύο ιδιότητες. Να κάνω ποιήματα και να γράψω ιστορίαν. Ιστορία δεν έγραψα κι είναι πιά αργά». Ο χώρος του είναι ο εαυτός του, ποτέ οι άλλοι, οι «έναντι» ή η ανθρωπότητα και η Αλεξάνδρεια, η Πόλις. Όπως ορθά μας επισημαίνει ο συγγραφέας του βιβλίου δεν πρέπει να περιγράψουμε ή κάν να κρίνουμε την Αλεξάνδρεια του Καβάφη με τα σημερινά δεδομένα ούτε καν με τα δεδομένα της δικής του επίσκεψης του στην πόλη του Αλέξανδρου. Πρέπει να πάμε πίσω στην σφύζουσα από τον πάλλοντα Ελληνισμό της εποχής του ως και είκοσι χρόνια μετά, στην πολυπολιτισμική Αλεξάνδρεια του Μπενάκη, του Σαλβάγου, του Αβέρωφ, του Τοσίτσα, του Κανισκέρη, του Παπάφη, του Πρατσίκη και άλλων ουκ έστι αριθμός, που απλόχερα χρηματοδότησαν τις υποδομές της κοινωνικής πρόνοιας, τις πολιτιστικής και τα εργαστήρια πνευματικής ανάπτυξης αυτής της «Ελληνικής» πόλης, χωρίς να λησμονήσουν ούτε στιγμή την πατρίδα τους και τον τόπο από τον οποίο ξεκίνησαν γυμνοί να πάνε να αναζητήσουν την τύχη τους στην Αλεξάνδρεια, ευεργετώντας την. Η επόμενη γενιά αυτού του Ελληνισμού μετέφερε στην τότε αναγεννώμενη Ελλάδα και την βοήθησαν πολύ με τις γνώσεις τους, την εργατικότητα και την ακεραιότητα τους αναδεικνύοντας πολλές σεβαστές προσωπικότητες σε όλους τους κοινωνικούς – τον τουρισμό την οικονομία κλπ. – και πολιτισμικούς – όλες τις τέχνες – τομείς μέχρι και σήμερα που η τελευταία γενιά, σαν τα κεριά, αργοσβήνει.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
Σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
Αποχαιρέτα την τήν Αλεξάνδρεια που φεύγει.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές αυτές θα γερνάς.
……………………..
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις……….



