Κάθε φορά που μελετώ ένα βιβλίο του Χρ. Γιανναρά γίνομαι σοφότερος, μεγαλώνει ο κόσμος μου. Αυτό μου το έδωσε να το καταλάβω ο Wittgenstein: «Τα όρια της γλώσσας μου είναι τα όρια του κόσμου μου». Ο Χρ. Γιανναράς, κατάλαβε νωρίς ότι για να μεταφέρει τους στοχασμούς του στους επαρκείς αναγνώστες, πρέπει να τους μιλήσει στην μια και μοναδική γλώσσα της Φιλοσοφίας, την γλώσσα του πρώτου τη τάξει, του Ηράκλειτου. Βαθύς γνώστης του σημαινομένου και άριστος χειριστής της. Αλλά στην ελληνική γλώσσα και την τραγωδία του «Διαφωτισμού» που τονίζει ο συγγραφέας όποτε του δοθεί ευκαιρία, θα αναφερθούμε ξεχωριστά σε άλλο κείμενο. Είναι αλήθεια θάμβος η ζωή/ετερότητα και γρίφος ο θάνατος/έκλειψη της ετερότητας; Φαινομενολογικά Όχι! Η ζωή δεν έχει από μόνη της κανένα νόημα αν δεν της το δώσουμε εμείς στην απόλυτη ελευθερία μας. Ο θάνατος σαν τελείωση της ύπαρξης ή αν θέλετε ολοκλήρωση του κύκλου της ατομικής ύπαρξης, δεν είναι γρίφος. Αίνιγμα, απρόσιτη στον ανθρώπινο νου είναι η ύπαρξη: την αντιλαμβάνομαι αλλά δεν μπορώ να σου πω τι είναι, για να παραφράσουμε τον Αυγουστίνο. Το μεγαλύτερο ερώτημα της Φιλοσοφίας, όπως το διετύπωσε ο Leibnitz: γιατί τα όντα και όχι το τίποτε;, που για τον καθένα μας, στην ετερότητα/ατομικότητα του, καταλήγει από τον Mark Twain και περιέχεται σε μια από τις πολλές ρηξικέλευθες ρήσεις του: γιατί γεννήθηκα;
Η συζήτηση λοιπόν στο βιβλίο δεν μπορεί να αποφύγει τον στροβιλισμό της γύρω απο την ύπαρξη και την δημιουργία σε φιλοσοφικό και θεολογικό επίπεδο, ενώ η αναφορές στον θάνατο περιορίζονται στο ατομικό επίπεδο, με μόνη εξαίρεση τίς παραδοσιακά και με αξιοπερίεργη ομόνοια, προβαλλόμενες ιδέες περί αθανασίας και αιώνιας ζωής. «Κατανοούμε τον θάνατο… ως «έναντι» γεγονός….. δεν τον γνωρίζουμε, μας λέει ο συγγραφέας τούτου του θαυμαστού βιβλίου. Όπως τον πόνο τού «άλλου», που όμως δεν τον αισθανόμαστε. Δεν είναι δική μας βιωματική εμπειρία και ούτε θα γίνει ποτέ αν ο θάνατος είναι το τέλος της λογικής μας λειτουργίας. Ο Αναξαγόρειος Νούς ζεί μετά θάνατον; Λέμε ναι μόνο από σεβασμό προς το υπερβατικό ή/και από αμείλικτη άγνοια – αδυναμία πρόσβασης σε αυτήν την πληροφορία. Για να χρησιμοποιήσουμε την σκέψη του Wittgenstein, εάν μου δώσουν κάποια εξήγηση για τον θάνατο ή το επέκεινα του θανάτου πρέπει να την απορρίψουμε όχι γιατί είναι κατ’ ανάγκην λαθεμένη αλλά γιατί είναι «εξήγηση», εννοώντας πως η Φιλοσοφία δεν δίνει ποτέ εξηγήσεις, δεν αποφαίνεται, γιατί τότε δεν θα ήταν Φιλοσοφία. Ο θάνατος είναι μια από τις ανθρώπινες εμπειρίες που «δεν συλλαμβάνεται με την περί γεγονότων γλώσσα, επειδή ακριβώς η αξία της βρίσκεται πέρα από τον κόσμο των γεγονότων».
Τι αλήθεια εμποδίζει τον άνθρωπο που αντιλαμβάνεται τον θάνατο σαν γεγονός συνδεδεμένο άρρηκτα με την γέννηση του, με την περατή παρ-ουσία του στη γη; Τρείς είναι οι βασικοί λόγοι και ένας τέταρτος που προσθέσαμε, αλλά όχι αυθαίρετα, είναι απόρροια των πρώτων τριών: 1) Το ένστικτο αυτοσυντήρησης (φυσική ορμή αναγκαία για την επιβίωση των εμβίων ειδών). Και όχι μόνο των εμβίων όπως αποδεικνύει ο 2ος νόμος της θερμοδυναμικής. 2) Ο φόβος του αγνώστου, είτε πρόκειται για κάποια μορφή όχι απόλυτου τέλους, είτε για μία «μετάβαση». Η αντιμετώπιση του τρόμου του θανάτου απαιτεί ανδρεία. 3) Η διακοπή της παρουσίας του ή/και της συμμετοχής του στο γίγνεσθαι. Αυτό μας το εξηγεί ο συγγραφέας με βάση την θεμελιώδη έννοια της σχέσης (πώς αντί τί), μετά από μια πολύτιμη ανάλυση των εννοιών σχέση – έξη – μέθεξη: « …ο πόθος της αθανασίας στον άνθρωπο είναι κυρίως ορμή και επιθυμία σχέσεων, όχι κυρίως πόθος αέναης επιβίωσης του ατομικού εγώ…..». Αυτή η σοφή διατύπωση παραπέμπει στο παρ-ειμι της ύπαρξης, του Heidegger – εγώ ανάμεσα στους άλλους αποκτώ κάποιο νόημα, αισθάνομαι ότι υπάρχω, μόνος μου σαν την καλαμιά στον κάμπο δεν έχει κανένα νόημα. Εγώ και οι «έναντι» λοιπόν και στην ζωή και στον θάνατο. 4) Η εκφυλιστική διαδικασία του γήρατος που προαγγέλλει τον, απευκταίο πλην όμως αδήριτο, θάνατο είναι δύσκολο να γίνει ανεκτή από τον άνθρωπο. Έρχεται εδώ και πάλι ο Mark Twain με το σπινθηροβόλο πνεύμα του να μας ζητήσει (σε ελεύθερη μετάφραση) να μην παραπονιόμαστε για τα γηρατειά έχοντες κατά νούν ότι πάρα πολλοί στερούνται της ευκαιρίας να γεράσουν.
Όσο για την θλίψη των υπολειπομένων μετά τον θάνατο κάποιου, αφορά μόνον αυτούς που εκτιμούσαν την σχέση στην οποία αναφερθήκαμε προηγουμένως και ευτυχώς υπάρχει η πανδαμάτωρ λήθη, που θα αφήσει να αναδειχθούν και να παραμείνουν μόνο οι αξιομνημόνευτες στιγμές στην σχέση αυτή. Και αυτοί αυτό που απώλεσαν λοιπόν είναι η σχέση και όχι η ατομική παρουσία. Θα κλείσουμε αυτήν την περιληπτική παρουσίαση με μια αναφορά στην αθανασία της ψυχής, του Νου, της λογικής διαδικασίας ή όπως θέλει ο καθένας να την ονομάσει μια που για το σώμα γνωρίζουμε πολλά για την μεταστοιχείωση του μετά θάνατον, είτε – όπως αναφέραμε στην αρχή – από άγνοια είτε από σεβασμό στο μεταφυσικό. Δεν εγγυάται η ψυχή την αθανασία της ύπαρξης, υποστηρίζει πάντως ο συγγραφέας. Ο τρόμος του θανάτου οδήγησε σε μια καθολική αποδοχή της αθανασίας της λογικής ανθρώπινης ύπαρξης, που υιοθετήθηκε από όλες τις θρησκείες Σε αυτήν την αυθαιρεσία παρασύρθηκε και ο θρησκοποιημένος Χριστιανισμός που οδήγησε, όπως λέει ο Nietzsche στην μεγάλη θρησκευτική πλάνη της θυσίας, της άρνησης της παρούσας ζωής μας στον βωμό μιας άλλης αιώνιας ζωής.
Ο συγγραφέας, αποκωδικοποιώντας την θρησκευτική παράδοση, προτάσσει το «ο Θεός αγάπη Εστί» και την Αγάπη/Ελευθερία ως Αιτιώδη αρχή των πάντων, υιοθετώντας το αγέννητο, δηλαδή την αιωνιότητα του σκοτεινού Εφέσιου και την αέναη επανάληψη των πάντων και την σύλληψη της έννοιας του Θεού έξω από ανθρωπομορφικές απεικονίσεις για την αντιμετώπιση του φόβου του θανάτου (Feuerbach, Nietzsche). Υπάρχει όμως μια αθανασία μέσα στον χωροχρόνο που εφηύρε ο ανθρώπινος νούς για να αντιλαμβάνεται και να μετρά τη συνεχή μεταβολή, το τα πάντα ρεί του Ηράκλειτου, που αναφέρει ο συγγραφέας, συντασσόμενος με τον Goethe: Η αθανασία του Νού που δεν παράγει πλέον αλλά άφησε παρακαταθήκη αιώνια. Πολλά τα παραδείγματα αλλά ας μείνουμε στο πρό-χειρο του Heidegger, το ανα χείρας: Ο Χρήστος Γιανναράς, πνεύμα ελεύθερο και σπάνιο, προσπάθησε με το έργο του να αποκαθάρει τις πηγές του Χριστιανισμού από τους παρερμηνευτικούς δογματισμούς της θρησκοποίησης και να αναζητήσει την ουσία του Θεού, την Αιτιώδη Αρχή που κρύβονται μέσα στο περιεχόμενο των κειμένων προστατευμένα από τα όμματα των αμυήτων. Ήρθε λοιπόν, όπως είναι ανθρώπινα λογικό σε αντιπαράθεση με τους μύωπες και τους ιδιοτελείς αλλά άφησε παρακαταθήκη τέτοια που ο θάνατος του δεν μας στέρησε παρά μόνο αυτά που είχε ακόμα να μας προσφέρει.



