«Πιο βαθιά και πιο σοβαρά με άγγιζε η θέα των δέντρων. Έβλεπα να ζει το καθένα τους τη δική τους κρυφή ζωή, να διαμορφώνει το δικό του σχήμα, το δικό του φύλλωμα, και να ρίχνει τη μοναδική σκιά του. Τα έβλεπα σαν ερημίτες και αγωνιστές, στενούς συγγενείς των βουνών, γιατί το καθένα τους, ειδικά αυτά που ζούσαν πολύ ψηλά στις πλαγιές, έδινε τη δική του σιωπηλή, επίμονη μάχη με τον άνεμο, τον καιρό και την πέτρα για να υπάρξει και να αναπτυχθεί» γράφει ο Έσσε μέσω του πρωταγωνιστή του Πέτερ Κάμεντσιντ. Πρώιμος οικολόγος σε μια εποχή που η αίσθηση της οικολογίας δεν είχε καν αναπτυχθεί καθώς μιλάμε για ένα βιβλίο γραμμένο στις αρχές του προηγούμενου αιώνα είναι μια εκδοχή που την υποστηρίζει ο ίδιος ο συγγραφέας μαγεμένος και ο ίδιος προφανώς από τα πρώτα του ταξίδια και τις πρώτες του περιπλανήσεις στα βουνά και στην ύπαιθρο όπου μεταξύ άλλων τοποθετεί την ιστορία του πρωταγωνιστή του. Ο Έσσε σε αυτό το πρώιμο έργο του αρχίζει να αναπτύσσει την ανάγκη του ανθρώπου να επιστρέψει εκεί που ανήκει, από εκεί όπου ξεκίνησε καθώς οι πόλεις αρχίζουν να ασφυκτιούν και η βιομηχανική επανάσταση έχει δείξει το πού πηγαίνει ο κόσμος. Η απομάκρυνση από την φύση και τον καθαρό αέρα θα ήταν εγκληματική και σε αυτό στέκεται.

