Iστορίες βγαλμένες από τα νεανικά του χρόνια και την πατρίδα του, την Πολωνία αλλά και την δεύτερη πατρίδα του την Αμερική, αυτές είναι οι αφηγήσεις του Σίνγκερ. Ο ήρωας του Σίνγκερ, ο Νταβίντ Μπέντιγκερ είναι ουσιαστικά ο άλλος εαυτός του ίδιου του Σίνγκερ μιας και στη Βαρσοβία προσπαθεί να θεμελιώσει την συγγραφική του σταδιοδρομία, να γίνει γνωστός και να ζήσει τελικά, να κερδίσει τη ζωή του από την συγγραφή. Το εγχείρημα είναι δύσκολο καθώς προσπαθεί παράλληλα να προμηθευτεί ένα πιστοποιητικό για να πάει στην Παλαιστίνη. Εν τω μεταξύ περιπλανιέται στους δρόμους της Βαρσοβίας χαμένος στις σκέψεις και τις αγωνίες του περιμένοντας σαν τον Γκοντό του Σάμουελ Μπέκετ για την αυτοπραγμάτωσή του. Ο κόσμος του Σίνγκερ είναι γεμάτος συμβολισμούς και μηνύματα για τους ανθρώπους του μεσοπολέμου, όπως ο ίδιος, οι οποίοι σχοινοβατούν στο μετέωρο βήμα του πελαργού έχοντας αφήσει πίσω τους έναν αιματηρό πόλεμο και ζώντας μέσα στην ανασφάλεια του ερχομού ενός δεύτερου ακόμα πιο καταστροφικού. Το ενδιάμεσο αυτό διάστημα είναι γεμάτο από δισταγμό, απογοήτευση και φόβο για τα μελλούμενα.
Ένας συγγραφέας αναζητά την επιβεβαίωση και την αναγνώριση εν μέσω διαφόρων γεγονότων
«Στο σακίδιο μου – ανάμεσα σε ένα κουβάρι από βρόμικα πουκάμισα, μαντίλια και κάλτσες – ήταν χωμένα μερικά κείμενα στα εβραϊκά και τα γίντις, ένα ημιτελές μυθιστόρημα, ένα δοκίμιο για τον Σπινόζα και την Καββάλα και μια τοσηδά συλλογή αυτού που εγώ ονόμαζα «πεζά ποιήματα». Είχα ήδη φτάσει στο συμπέρασμα ότι κανένα γραπτό μου δεν άξιζε να εκδοθεί, αφού είχα αναλύσει ο ίδιος τα σφάλματα της καλλιτεχνικής μου παραγωγής» γράφει ο Σίνγκερ αναλύοντας και ψυχογραφώντας τον ίδιο του τον εαυτό και την προσπάθειά του να αναδειχθεί σε σημαντικό και εξέχοντα συγγραφέα. Ο ίδιος ο Σίνγκερ, γεννημένος το 1903 μεταναστεύει στην Αμερική το 1935 όπου και έζησε μέχρι το υπόλοιπο της ζωής του ελπίζοντας τα γραπτά του να βρουν απήχηση και να κατακτήσει τον κόσμο της συγγραφής, κάτι που κατάφερε κερδίζοντας το Βραβείο Νόμπελ το 1978 αλλά κάτι που εκ προοιμίου δεν ήταν προδιαγεγραμμένο και προφανές. Περιγράφει λοιπόν όλον αυτόν τον πυρετό της αναμονής και της προσμονής για μια συγγραφική επιτυχία, τον ανήφορο που οδηγεί στην αναγνώριση του έργου του.
Με φλεγματικό, καυστικό και πολύ αιχμηρό τρόπο περιγράφει την ζωή των Εβραίων της Πολωνίας όπως και της Αμερικής, τα συμπλέγματά τους, την πιστή τους αφοσίωση στην Τορά και την αδυναμία τους να αφουγκραστούν το σωστό και το λάθος εθελοτυφλώντας και θεωρώντας πως είναι ακόμα ο επιούσιος λαός του Θεού. Οι ιστορίες του διέπονται από την πεποίθηση μίας ακανθώδους μοιρολατρίας εκ μέρος των ηρώων του προς ό,τι είναι εβραϊκό και άρα εξ’ορισμού ορθό και άξιο λόγου. Οι άνθρωποι του Σίνγκερ είναι φαντάσματα του εαυτού τους και έρμαια των διδαχών που οι ραβίνοι τους έπεισαν πως οφείλουν να ακολουθούν αφαιρώντας εμμέσως πλην σαφώς την ικανότητα να επεξεργάζονται την πληροφορία και να κρίνουν αυτό που τους διδάσκεται, άρα να πορεύονται χωρίς να ερευνούν. Ο Νταβίντ Μπέντιγκερ είναι ένας άνθρωπος γεμάτος αμφιβολίες για την πορεία του στα γράμματα και αυτό το εκφράζει σε κάθε περίσταση, ανησυχεί και αγωνία αν τα γραπτά του θα βρουν την επιβεβαίωση που τόσο επιθυμεί, αν θα καταστεί ένας συγγραφέας με κύρος και κοινό, είναι εξάλλου η αγωνία κάθε συγγραφέα που θέλει να δει το έργο του να βρίσκει απήχηση. Ο πρωταγωνιστής όμως βρίσκεται και σε σύγχυση ταυτότητας έχοντας παρακολουθήσει τα όσα δραματικά λαμβάνουν χώρα σε κοινωνικό, ιστορικό και σαφώς πολιτικό επίπεδο με την επανάσταση στη Ρωσία να έχει αλλάξει άρδην την ροή των πραγμάτων. «Ήξερα τι είχε γίνει στη Ρωσία στο όνομα της Επανάστασης – εκατομμύρια αθώοι άνθρωποι είχαν σφαγιαστεί, ραβίνοι, έμποροι, απλοί Εβραίοι είχαν δολοφονηθεί».
Ο συγγραφέας με ειρωνική διάθεση, με θλίψη και υποδόριο χιούμορ επαναφέρει στην επιφάνεια όλα αυτά που οι άνθρωποι θέλουν να θάβουν στο χώμα της συνείδησής του για να μην φανεί το παραστράτημά τους που φωνάζει αλλά που εκείνοι το αποσιωπούν και το φιμώνουν προς απόλαυσή τους. Εξαιρετικά επίκαιρος και ιδιαίτερα χρήσιμος είναι ο λόγος του Σίνγκερ και ο αναγνώστης βρίσκει κάτι από τον εαυτό του γιατί το γεγονός πως αναφέρεται σε Εβραίους δεν εξαιρεί κανέναν από τον πίνακα, όλα τα ονόματα είναι εκεί γραμμένα και όλοι βρίσκονται στην κρίση του Δημιουργού. Ο Νταβίντ Μπέντιγκερ είναι σάρκα εκ της σαρκός του Σίνγκερ, είναι ο καθρέφτης του περιπλανώμενου Εβραίου, έτσι όπως τον περιέγραψαν τόσο ο Στέφαν Τσβάιχ όσο και ο Γιόζεφ Ροτ στα δικά τους μυθιστορήματα και νουβέλες. Είναι η περίπτωση ενός ανθρώπου που μοιάζει να διώκεται μόνιμα και ένας άνθρωπος που δεν έχει αλλά αναζητά επιμόνως πατρίδα.
«Η ίδια μου η ζωή φαινόταν στα μάτια μου σαν ένα μπερδεμένο μυθιστόρημα. Δεν ήμουν ούτε από τη Βαρσοβία, ούτε από την επαρχία. Στα δεκαοχτώμισι ήμουν ένας πλάνης, ζούσα ανάμεσα σε πολέμους, ήμουν πρόσφυγας – όλα αυτά επηρέαζαν αρνητικά την εκπαίδευσή μου. Κυριολεκτικά είχα ζήσει μια ζωή μονίμως σε κατάσταση κρίσης». Ο Σίνγκερ καταγράφει τις δικές του αλήθειες και βέβαια παραμένει ένας εξαιρετικός παραμυθάς που αφηγείται τη ζωή των άλλων για να μας μιλήσει για τη δική του. Το μέγιστο επίτευγμά του είναι ο τρόπος που αφηγείται μια ιστορία, με αυτόν τον τρόπο που μας συναρπάζει και μας συγκλονίζει με την αλήθεια των προσώπων που “ζωγραφίζει” στο χαρτί για χάρη μας. Αξίζουν συγχαρητήρια για την εξαιρετική μετάφραση του Σταύρου Νικολαΐδη, ο οποίος έφερε εις πέρας ένα δύσκολο κείμενο με πολλές αναφορές στα ιερά εβραϊκά βιβλία αλλά και με αναφορά σε διάφορα συμβάντα της περιόδου εκείνης που καθόρισαν τόσο τον Σίνγκερ όσο και την εποχή την ίδια. Με τέτοια εμπνευσμένα βιβλία, ο κόσμος έχει ακόμα ελπίδα!
«Σκέφτηκα το μυθιστόρημα που θα έγραφα και την κατάσταση στην οποία βρισκόμουν τώρα. Αλλά πώς μπορούσα να γράψω έστω και μια αράδα αφού μου έλειπε ο ύπνος και με καταδίωκαν οι στενοχώριες; Δεν είχα σπίτι. Έμενα σε ένα κρύο σπίτι»



