Η Δίκη και ο Πύργος του Κάφκα, Εκδόσεις Ροές: Franz Kafka, ο αινιγματικός

O Καμύ (μεταφυσική εξέγερση) και ο Ντοστογιέφσκι (αφού θα πεθάνω τελικά τίποτε δεν έχει σημασία) αναρωτιούνται για λογαριασμό όλων μας γιατί ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος σε θάνατο. Ο Καζαντζάκης λέει ότι το μόνο που μας συνοδεύει όταν γεννιόμαστε γυμνοί είναι ο θάνατος, το μόνο βέβαιο στοιχείο της πορείας μας στην γήινη ζωή. Ο Νίτσε προχωρά ένα βήμα παρακάτω και φονεύει τον Θεό που μας καταδίκασε. Ο Κάφκα ντύνει αυτήν την αναπόδραστη καταδίκη με ένα νομικό περίβλημα: αφού μας έχει αποδοθεί η εσχάτη των ποινών τότε είμαστε ένοχοι για κάτι απέναντι σε κάποιον. Το κάτι και το κάποιο τα αφήνει κενά να τα συμπληρώσει ο καθένας όπως νομίζει. Έμμεσα εδώ προκύπτει – σαν προϋπόθεση μιας τέτοιας θέσης – η πίστη του Κάφκα στην ισχύ ενός παγκοσμίου φυσικού νόμου, του νόμου της δικαιοσύνης αλλά και έναν μηχανισμό με κάποιον στην κορυφή του. Η καταδίκη όμως είναι προδιαγεγραμμένη, άρα ποια δικαιοσύνη μπορεί να εννοεί ο – νομικός – Κάφκα. Εδώ είναι η αντίφαση. Η αντίφαση αυτή εντείνεται από διάφορα γεγονότα, όπως ότι ο ναός της δικαιοσύνης και ο δικαστής είναι απροσπέλαστοι, ο ένοχος δεν μπορεί να γνωρίζει την κατηγορία και δεν έχει δικαίωμα να προσπαθήσει να απολογηθεί η να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Ο Κάφκα δεν μπορεί να το εξηγήσει με νομικούς όρους, δηλαδή με τους κανόνες της λογικής. Κατά τα αλλά υπάρχει ένας πολυσχιδής όσο και γραφειοκρατικός μηχανισμός, ο οποίος φροντίζει να οδηγηθεί ο ένοχος στον θάνατο ούτως ή άλλως. Θεωρεί λοιπόν τον θάνατο αδικαιολόγητη απρέπεια της δημιουργίας προς το δημιούργημα της, την Ανθρωπότητα.

Ο μηχανισμός αυτός (η Διοίκηση) έχει μια ιεραρχία που ξεκινά από υπηρέτες και φύλακες και προχωρά σε Γραφείς, Αγγελιοφόρους, Γραμματείς, Υπαλλήλους, Κυρίους και φθάνει στον Κόμη η τον Διοικητή του Πύργου, τον οποίο δεν έχει συναντήσει ποτέ κανείς από τους κοινούς θνητούς, τους καταδικασμένους. Δεν υπάρχει εδώ άδικη κατηγορία, κακοδικία αλλά παντελής έλλειψη κατηγορητηρίου και a priori καταδίκη από κάποιον άγνωστο κριτή επι δικαίων και αδίκων. Δεν είναι καν αποδεκτή όμως η άποψη ότι ο δίκαιος θα κριθεί κάποτε κάπου αλλού αφού του έχει αφαιρεθεί ήδη η ζωή χωρίς δίκαιη διαδικασία, όπως προβλέπουν οι γήινοι νόμοι.  Θα ήταν τολμηρό να σκεφθεί κανείς ότι εδώ υποκρύπτεται μια ευθεία αμφισβήτηση των προθέσεων του Θεού, της αμφισβήτησης της αυθεντίας του η ακόμα και της ύπαρξης του;

Πέραν από την προσφιλή, συμβολική του τακτική δεν ολοκληρώνει την αφήγηση για άλλους λόγους. Θα μπορούσε να βρεί λόγου χάριν στο τέλος της αφήγησης τον αρχηγό του Πύργου και να τον θανατώσει επιβεβαιώνοντας την διαπίστωση του Νίτσε και να δημιουργήσει ένα μυθιστόρημα με αρχή και τέλος που δεν θα έχανε τον συμβολισμό του αλλά δεν θα μετέδιδε σωστά την ιδέα. Η ιδέα του συγγραφέα είναι να μην δικάσει τον Θεό ερήμην αλλά να του δώσει την ευκαιρία να απολογηθεί και να αποδοθεί η δικαιοσύνη σωστά και όχι όπως ο ίδιος κάνει να καταδικάζει σε θάνατο δικαίους και αδίκους εν κρυπτώ δίνοντας εντολές αδιάκριτης καταδίκης στους δικαστές της κατ’ επίφασιν δίκης. Ούτε ο Θεός ούτε ο άνθρωπος πρέπει να θανατώνονται χωρίς δίκαιη ετυμηγορία του δικάζοντος. Είναι η μεταφυσική εξέγερση του Καμύ διατυπωμένη σαν νομικό αίτημα: φανερώσου Θεέ, πάψε να κρύβεσαι – πράγμα που με κάνει έξω φρενών – και απολογήσου. Ο Ντοστογιέφσκι θα προσέθετε μέσω του Μεγάλου Ιεροεξεταστή: απολογήσου για την απεριόριστη ελευθερία, την τυχαιότητα, που καταργεί την Απόλυτη αρχή της Δικαιοσύνης.

Είναι μια θέση που δεν αμφισβητεί την ύπαρξη του Θεού παρά μόνο έμμεσα αμφιβάλλοντας για τις ιδιότητες του: ο Θεός δεν μπορεί να είναι εξ ορισμού ούτε δειλός ούτε άδικος ούτε ανηλεής προς το δημιούργημα του την Ανθρωπότητα, άρα δεν υπάρχει ή τουλάχιστον δεν υπάρχει με τις ιδιότητες που εμείς του προσδώσαμε. Ο Solovyov αποσυνδέει αυτόν τον Θεό από την δημιουργία, που θεωρεί ότι είναι ακόμα σε πλήρη εξέλιξη και έτσι λύνει τον γόρδιο δεσμό. Ο Κάφκα βάζει το γνωστό μας ερώτημα διαφορετικά – από το τέλος προς την αρχή: Αν γεννήθηκα τυχαία τότε μπορεί να πεθάνω ή όχι, αυτό θα ήταν κάτι που βρίσκει χώρο στην ανθρώπινη λογική. Αν δηλαδή η τυχαιότητα σαν έκφραση της απόλυτης ελευθερίας είναι καθολική αρχή τότε πως είναι δυνατόν να κυριαρχεί επάνω της ο αναπόδραστος θάνατος; Αν γεννήθηκα επί σκοπώ, τότε θα πρέπει να πεθαίνω πάλι για κάποιο λόγο συγκεκριμένο και αφού έχω εκπληρώσει αυτόν τον σκοπό, διότι αν δεν τον έχω εκπληρώσει τότε κάτι δεν πάει καλά με το σύστημα. 

Τόσο ο Ντοστογιέφσκι (ζώσα ζωή) όσο και ο Νίτσε (πονεμένη γη, αιώνια επιστροφή) προτείνουν να αγνοήσουμε τον θάνατο και να ασχοληθούμε με το υπέροχο δώρο της ζωής. Ο Καμύ επισημαίνει με θαυμαστό τρόπο το θέμα και την αντίδραση του ανθρώπου αλλά ως εκεί. Η ζωή .ομως συνδέεται άρρηκτα με την φύση και άρα αυτήν πρέπει να παρατηρεί και να ακολουθεί. Ο Κάφκα δεν θέλει ή δεν έχει να δώσει καμία απάντηση σε όλα αυτά και γι’ αυτό ηθελημένα αφήνει ημιτελή τα κείμενα του για να τα συμπληρώσει ο καθένας. Κατέγραψε την σκέψη του και την αγωνία του από προσωπική ανάγκη αποφεύγοντας να  την δημοσιοποιήσει και έτσι δεν λοιδορήθηκε από τους διάφορους αυτόκλητους κριτικούς. Ανάμεσα στις λέξεις ο Κάφκα φωνάζει οργισμένος: με ποιο δικαίωμα και ποιος με έριξε σ’ αυτόν τον κόσμο για να ζήσω μια ζωή που δεν βγάζει κανένα νόημα; Εγώ δεν λέω ναι σε αυτήν την ζωή ό,τι κι αν μου λέτε για την ελευθερία μου, την αιώνια ζωή και άλλες τέτοιες ανοησίες που θα απολαύσω αφού πεθάνω πρώτα είτε θέλω είτε όχι. Η κλασσική κραυγή απόγνωσης της μεταφυσικής εξέγερσης του μετέωρου ανθρώπου που δεν βρίσκει κάτι από το οποίο να πιαστεί και ακροβατεί συνεχώς, με κίνδυνο να συνθλιβεί κάτω από το βάρος του Μηδέν. Το Μηδέν, το οποίο μόνο όταν φτάσει στο σημείο του «δεν υπάρχει τίποτε για μένα εδώ», μπορεί να συλλάβει σαν έννοια, όπως πολύ εύστοχα επισημαίνει ο Χάιντεγκερ.  

Η απολογία του Κ. στην κατ’ευφημισμόν δίκη στην Δίκη σε προκαλεί να την συγκρίνεις με την αντίστοιχη απολογία του αδικούμενου εχθρού του λαού του Henrik Ibsen. Τα συμπεράσματα αυτής της σύγκρισης, που αφορά την δύναμη του λόγου και το φιλοσοφικό υπόβαθρο ανήκουν στον καθένα από εμάς. Ο Κάφκα κατατάσσεται αυτόματα στην τρίτη κατηγορία των συγγραφέων, όπως τους στοίχισε ο Μπαλζάκ (που δίκαια και όχι από αλαζονεία έβαλε και τον εαυτό του σ’ αυτήν): τους συγγραφείς-φιλοσόφους.