Το θεατρικό έργο του Σοφοκλή βλέπει την Αντιγόνη, μια από τις κορυφαίες αρχαιοελληνικές τραγωδίες, από την σκοπιά της παρουσίασης της, δηλαδή κάποιες παραστάσεις που κατά την γνώμη του – που αξίζει όλον τον σεβασμό μας – κινήθηκαν σε υψηλά καλλιτεχνικά επίπεδα και απέδωσαν τα νοήματα που ήθελε να μεταφέρει ο Σοφοκλής. Ανάμεσα στις χιλιάδες αποδόσεις του έργου σε κάθε γωνιά του πλανήτη, υποθέτουμε απλώς – χωρίς καμία βεβαιότητα – ότι λίγες θα πρέπει να είναι αυτές που κατόρθωσαν να πλησιάσουν τις απάτητες κορυφές, τις ανείπωτες έννοιες, στις οποίες προσπαθεί να αναρριχηθεί ο Σοφοκλής. Εμείς θα μείνουμε στις τελευταίες και θα προσπαθήσουμε να τις εντοπίσουμε στο κείμενο και την ροή της συγκεκριμένης μετάφρασης.
Μια ηρωίδα υπό το πρίσμα της φιλοσοφίας και της ψυχολογίας αποκαλύπτεται
Σε πρώτη ανάγνωση το έργο θέτει κυρίως τα θέματα της αγάπης, της ελευθερίας, της σύγκρουσης των θεϊκών με τους ανθρώπινους νόμους, της αυτοθυσίας και των ηθικών αξιών. Θέματα που για καθένα από αυτά έχει χυθεί πολύ μελάνι. Εάν αποπειραθούμε να θίξουμε μόνο, λόγω περιορισμένου χώρου, το καθένα από αυτά είναι σαν να βουτάμε σε παγωμένα νερά χωρίς να έχουμε την άπλα που χρειαζόμαστε. Αλλά θα κάνουμε μια δεύτερη ανάγνωση γιατί δεν είναι ακριβώς έτσι τα πράγματα. Όταν λέμε ανθρώπινοι νόμοι όλοι γνωρίζουμε τι εννοούμε: κανόνες καθολικής και υποχρεωτικής ισχύος που γράφονται από θνητούς, με ότι αυτό σημαίνει, με σκοπό λίγο πολύ την τήρηση της τάξης σε μια οργανωμένη κοινωνία ανθρώπων κάθε εποχής. Αυτό κάνει και ο Κρέοντας προκειμένου να διατηρήσει την εξουσία του, που του το επιβάλλει. Δεν είναι λοιπόν η «αυθαιρεσία» της εξουσίας στην οποία αντιστέκεται η Αντιγόνη και την οποία κάποιοι διακρίνουν μια φεμινιστική εκδήλωση. Όταν λέμε θεϊκοί νόμοι τα πράγματα διαχρονικά είναι περίπλοκα και θα περιοριστούμε στην συγκεκριμένη ερμηνεία που υπονοεί ο Χέλντερλιν στην πολυσυζητημένη απόδοση του έργου στα Γερμανικά.
Η Αντιγόνη στρέφεται στο ΕΙΝΑΙ (το να είμαι, το να υπάρχω), την σημασία του και τις υποχρεώσεις που αυτό δημιουργεί σαν εδωνά-είναι, ανάμεσα στους άλλους, όπως τις ορίζει ο Αριστοτέλης: φροντίδα και φρόνηση. Φροντίδα για τον εαυτό της και τους άλλους και φρόνηση, το συστατικό της ενάρετης συμπεριφοράς. Η αρετή απαιτεί ανδρεία και δεν ορρωδεί μπροστά στον θάνατο για να σταθεί αγέρωχη. Ατενίζοντας το Είναι της η Αντιγόνη δεν μπορεί παρά να φροντίσει γι αυτόν και να προστατεύσει το δικαίωμα του νεκρού αδελφού της – είτε είναι προδότης είτε όχι – να επανέλθει στο χώμα που ανήκει και γι αυτό προχωρά στην ταφή του. Πρέπει να λάβουμε υπ’όψιν ότι οι άνθρωποι τότε ήταν πολύ πιο συνδεδεμένοι με το την ιστορία του Είναι τους, την προέλευση τους που σήμερα οι περισσότεροι έχουν λησμονήσει. « Την ύπαρξη μου την αντιλαμβάνομαι την βιώνω αλλά αν μου ζητήσεις να στο εξηγήσω δεν μπορώ, δεν μου φτάνει ο Λόγος» θα έλεγε ο ιερός Αυγουστίνος, ο οποίος κάπως έτσι εκφράστηκε για τον Χρόνο και όχι για το Είναι. Αλλά μήπως υπάρχει ο Χρόνος χωρίς το Είναι? Ανείπωτες έννοιες απροσπέλαστες. Αυτό είναι το μεγαλείο της αρχαιοελληνικής τραγωδίας.
Κανείς πλέον δεν αναρωτιέται γιατί γεννήθηκε – για να θυμηθούμε τον Μαρκ Τουέιν – και αφού βρέθηκε σαν Ξένος, ερριμμένος στην γή – για να ανατρέξουμε στον Καμύ -, τι ακριβώς πρέπει να κάνει γι αυτό. Πρέπει να αγαπά τους γύρω του και να τους φροντίζει και όχι να μισεί λέει η Αντιγόνη. Και στην καθημερινότητα του πρέπει να είναι ενάρετος. Η Μέριμνα και η Πρόνοια είναι δουλειά της Φύσης, του Όλου, η φροντίδα είναι υποχρέωση του καθενός. Άρα δεν πρόκειται για την τήρηση κάποιων «ηθικών κανόνων» αν καταλαβαίνει ακριβώς κανείς τι σημαίνει ακριβώς ο χιλιοειπωμένος αυτός όρος, που μας δίδονται υπό την μορφή εντολών άνωθεν αλλά που μας υπαγορεύει η συνείδηση μας που είναι η ιστορία του Είναι μας. Επίσης δεν πρόκειται για αυτοθυσία διότι δεν έδωσε την ζωή της η Αντιγόνη για να σώσει τον αδελφότης, ο Πολυνείκης είναι ήδη νεκρός. Ο θάνατος είναι η ολοκλήρωση του Είναι του Πολυνείκη και είναι ο δικός του θάνατος για τον οποίο δεν μπορεί να κάνει απολύτως τίποτε η Αντιγόνη. Και έτσι φθάνουμε στον θάνατο της Αντιγόνης, τον δικό της θάνατο, που είναι κατά την γνώμη μας το μεγαλειώδες θέμα της τραγωδίας αυτής.
Η Αντιγόνη είχε δύο επιλογές: να αυτοκτονήσει ή να θανατωθεί σεβόμενη τον νόμο, θυσία στην υπεράσπιση του δικαίου και της αλήθειας – αν ο αδελφός της δεν ήταν προδότης -, κατακεραυνώνοντας την αδικία και θανατώνοντας τον χρόνο, κατακτώντας την αιωνιότητα όπως έκανε ο Σωκράτης και αργότερα ο Χριστός. Ο Πλάτωνας όταν κατάλαβε ότι η θανάτωση του Σωκράτη σήμαινε ότι αλήθεια δεν μπορεί να επιζήσει στην γή σκέφτηκε μέσα στην θλίψη που τον πλημμύρισε να αυτοκτονήσει αλλά απόδιωξε πολύ γρήγορα κάθε τέτοια σκέψη. Τότε η Αντιγόνη γιατί αυτοκτόνησε; Ήθελε να εξαντλήσει τα όρια της ελευθερίας της μέχρι το αυτεξούσιο του Κυρίλοφ, όπως μας το έθεσε ο Ντοστογιέφσκι; Ή μήπως την κατέκλυσε η αγανάκτηση και έχασε την φρόνηση της; Και στις δύο περιπτώσεις η ενέργεια της είναι κατακριτέα. Στην πρώτη περίπτωση απομακρύνεται από το Είναι της και στην δεύτερη δεν ενεργεί ενάρετα.
Την αγανάκτηση της η Αντιγόνη την εκφράζει με την απόγνωση της για την απώλεια του αδελφού της που την αφήνει μόνη στην γή αγνοώντας την αδελφή της την Ισμήνη και χωρίς να αναφέρει καν τον νεκρό Ετεοκλή, το άλλο αδελφό της. Αναδεικνύει έναν ιδιαίτερο δεσμό ανάμεσα στα δύο αδέλφια, την Αντιγόνη και τον Πολύκλειτο που παραπέμπει στα καθ’ημάς στον Τομ και την Μάγκι του Τζώρτζ Έλιοτ. Η ξεκάθαρη φεμινιστική εκδήλωση της Αντιγόνης είναι η απαξιωτική αναφορά της στον γάμο με την σύγκριση ενός πιθανού συζύγου της και του αδελφού της, θεωρώντας τον πρώτο αντικαταστάσιμο, αναλώσιμο και τον δεύτερο αναντικατάστατο. H αγάπη και η ελευθερία είναι ταυτόσημες: δεν υπάρχει ελευθερία χωρίς αγάπη ούτε αγάπη χωρίς ελευθερία. Καμία από τις δυο δε παράγεται ούτε επιβάλλεται. Η αγάπη και η ελευθερία σαν φιλοσοφικές έννοιες δεν έχουν κανένα όριο. Στην γήινη πραγματικότητα όμως η ελευθερία είναι δέσμια της αυτοσυντήρησης, του βιοπορισμού και η αγάπη υπόκειται σε κοινωνικούς περιορισμούς με την μορφή των ανθρώπινων νόμων αναδεικνύοντας την διαφορά και πολλές φορές την αντίθεση του θεϊκού με το ανθρώπινο, άσχετα με το πως αντιλαμβάνεται κανείς ιστορικά την έννοια «θεϊκό»: το ιδεατό, το ιδεώδες, αυτό που αναφέρεται στον Θεό ή το μεταφυσικό.
Αυτό είναι πιθανόν – η απόφανση είναι ο χειρότερος εχθρός του φιλοσοφείν – είναι το μήνυμα που στέλνει ο Σοφοκλής στους θεατές της όποιας απόδοσης της Αντιγόνης. Και έτσι, φτάνουμε και στον σκοπό του βιβλίου που επιδιώκει να τονίσει την τεράστια πρόκληση της απόδοσης μιας τραγωδίας που ακροβατεί στις κορυφογραμμές της διανόησης. Ο καλλιτέχνης πρέπει να πάρει από το χέρι τον κάθε θεατή και να τον οδηγήσει στα μονοπάτια που οδηγούν στα ξέφωτα του στοχασμού όπως τα εννοεί ο Χάιντεγκερ. Εμείς θα περιοριστούμε στο να αναφέρουμε την πολυσυζητημένη και πολυαμφισβητούμενη Αντιγόνη του Καρλ Όρφ, ο οποίος διαμόρφωσε εν είδει λιμπρέτου την μετάφραση του Χέλντερλιν και την επένδυσε με την μουσική του.



