Ανατόλ Φρανς, Οι Θεοί διψούν, Εκδόσεις Αγγελάκη

Πόσοι και πόσοι δημιουργοί, συγγραφείς, μουσικοί, ζωγράφοι και ποιητές δεν έχουν υμνήσει με τα έργα τους το κοσμοϊστορικό γεγονός που ονομάζεται Γαλλική Επανάσταση. Ο Ντελακρουά μέσα από τον πίνακά του, “Η Ελευθερία οδηγεί τον λαό”, ο Βίκτωρ Ουγκό με το εμβληματικό μυθιστόρημά του 1793 και πόσοι άλλοι σύγχρονοι δημιουργοί εξύψωσαν αυτή την θεμελιώδη στιγμή στην Ιστορία της Ευρώπης και του κόσμου. Η Γαλλική Επανάσταση αποτελεί αδιαμφισβήτητα ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα στην ιστορία της ανθρωπότητας. Έχουν λεχθεί και έχουν γραφτεί πολλά για το κατά πόσο η Επανάσταση ήταν πράγματι μία ή περισσότερες αλλά η ουσία είναι πως το έτος 1789 σήμανε την αρχή του τέλους μιας ολόκληρης εποχής μη δημοκρατικών καθεστώτων που είχαν εδραιωθεί από τους Ρωμαϊκούς χρόνους μέχρι και την Αναγέννηση. Ο κόσμος μετά τη Γαλλική Επανάσταση δεν θα ήταν ποτέ ο ίδιος, συμπαρασύροντας και άλλα κράτη στην ανάγκη για ελευθερία, ανεξαρτησία και ανθρώπινα δικαιώματα. 

Στην κόψη του ξυραφιού, εκεί όπου το αίμα βαφτίζεται ελευθερία και επανάσταση

Ο Ανατόλ Φρανς, βραβευμένος με Νόμπελ Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου του το 1921, γράφει ένα μυθιστόρημα που έχει γίνει σημείο αναφοράς για τα γεγονότα της εποχής μετά το πέρας της Γαλλικής Επανάστασης. Βρισκόμαστε στην περίοδο της μεταεπαναστατικής Γαλλίας όπου όλα μυρίζουν μπαρούτι και ο εμφύλιος πόλεμος μεταξύ Ιακωβίνων και Γιρονδίνων είναι ουσιαστικά ένα φαινόμενο σε πλήρη δράση και μια ανοιχτή πληγή. Κεντρικό πρόσωπο και πρωταγωνιστής του Ανατόλ Φρανς είναι ο Εβαρίστ Γκαμελέν, ο «Έρωτας ζωγράφος», ο οποίος ανήκει πλέον στο Επαναστατικό δικαστήριο και έχει στα χέρια του την εξουσία να δικάζει αντιφρονούντες από όπου και αν προέρχονται. Είναι αδίστακτος και οδηγεί στο ικρίωμα ακόμα και αγαπημένα του πρόσωπα απλά και μόνο επειδή δεν υπηρετούν τα ιδεώδη της Γαλλικής Επανάστασης. Ο Ανατόλ Φρανς μας παρουσιάζει μια περίοδο κρίσιμη όπου κυριαρχεί η ανασφάλεια, η τρομοκρατία, η αστάθεια και η σύγκρουση ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα. Μα τι θα συμβεί άραγε όταν οι μεν εκπέσουν από την εξουσία και επανέλθουν οι άλλοι, εκείνοι που τώρα οδηγούνται στην λαιμητόμο; Πρόκειται για μια ιστορική περίοδο πολύ σκοτεινή και μαύρη για την Γαλλία που ζει στο μίσος και την αλληλοεξόντωση, αποκύημα μιας Επανάστασης που δίχασε παρά ένωσε.

Ως προς το κοινωνικό αίτημα αλλά και αναφορικά με το ιστορικό πλαίσιο της περιόδου, η αστική τάξη από την οποία προήλθε κυρίως η ανάγκη για αλλαγή έγινε παλλαϊκή απαίτηση, ο πολυτελής βίος των ολίγων βασιλικών και της αυλής τους εις βάρος των πολλών που είχαν εξαθλιωθεί και είχαν οδηγηθεί στην απόλυτη ένδεια καθώς και η φιλοσοφία του Διαφωτισμού – ο λόγος των διαφωτιστών που ζητούσαν Ελευθερία, Ισότητα και Αδελφοσύνη ηχούσε ήδη πριν το ξέσπασμα της Επανάστασης – που έβαλλε κατά της απόλυτης μοναρχίας ήταν οι κύριοι παράγοντες και το εφαλτήριο για την ανατροπή της πολιτικής κατάστασης, η οποία επικρατούσε στη χώρα. Ο διαφωτισμός είχε ήδη ανάψει την σπίθα της παρακίνησης του λαού για μια κομβική αλλαγή που θα έθετε τέλος στην αυθαιρεσία της εξουσίας και αυτό φάνηκε ξεκάθαρα στην προετοιμασία που έλαβε χώρα όλον τον 18ο αιώνα. Ο Ανατόλ Φρανς μας παραθέτει τα γεγονότα μέσα από τον ήρωά του, ένα πρόσωπο καθαρά αμφιλεγόμενο, μια φυσιογνωμία διχαστική και άκρως τοξική καθώς εξοντώνονται άνθρωποι απλά επειδή διαφωνούν με το καθεστώς της Τρομοκρατίας των Μαρά και Ροβεσπιέρου.

Αξίζει να αναφερθεί και μια πτυχή της ιστορίας όχι και τόσο γνωστή. Αναφέρομαι στον περίφημο πίνακα του Νταβίντ, Ο θάνατος του Μαρά που έχει σχέση με την Γαλλική Επανάσταση. Το στιλέτο της Κορνταί, η οποία και δολοφόνησε τον Μαρά, ήταν το εργαλείο ελευθερίας καθώς και η απόδειξη πως η τόλμη και οι ανατροπές έρχονται από ανθρώπους που έχουν κρυφή εσωτερική δύναμη που εξωτερικεύεται σε στιγμές κρίσιμες. Ο δικός της απαγχονισμός είναι η «σταύρωσή» της προς όφελος του κοινού καλού. Ο Μαρά, επωφελούμενος της Γαλλικής Επανάστασης, θέλησε να εκμεταλλευτεί τη θέση που του εξασφάλιζε το χάος στο οποίο είχε περιέλθει η Γαλλία για να αναρριχηθεί στην εξουσία μαζί με τους υπόλοιπους ραδιούργους που τον στήριζαν και να αναγορευθεί σε δικτάτορα και δυνάστη εν τέλει του Γαλλικού λαού. Κάθε άλλο παρά ήρωας, ήταν φανερά ιδιοτελής και η ανέλιξή του στον θρόνο της φαντασίας του δεν μπορούσε να περιλαμβάνει εμπόδια και προσκόμματα. Πέρασε λοιπόν από την συγγραφή ευθύς αμέσως στην πράξη. 

Στον Μαρά αναφέρονται και τα παρακάτω λόγια: «Μ’ έναν σκαπανέα μπροστά για ν’ ανοίγει δρόμο στην πομπή, περιστοιχισμένος από αξιωματούχους της δημαρχίας εθνοφύλακες, πυροβολητές, χωροφύλακες, Ουσάρους, πήγαινε αργά, πάνω απ’ τα κεφάλια των πολιτών, ένας άντρας ασκητικός, με το μέτωπο στεφανωμένο με φύλλα από δρυ, με μια μακριά, τριμμένη πράσινη ρεντιγκότα και γιακά από ερμίνα. Οι γυναίκες του έριχναν λουλούδια». Αυτή είναι η κατάσταση σε μια ταραγμένη περίοδο όπου φλέγεται η χώρα από ανάγκη για την εξολόθρευση αυτών που οδήγησαν τον λαό στην φτώχεια και την ανέχεια. Ωστόσο, δεν είναι ρόδινα τα πράγματα κατόπιν της Επανάστασης, άνθρωποι όπως ο Μαρά και ο Ροβεσπιέρος διαχέουν το χάος και την τρομοκρατία εκμεταλλευόμενοι το κενό εξουσίας ώστε να εξουσιάσουν τον λαό με ψέματα και να σπείρουν την διχόνοια. 

Μέρος αυτής της κατάστασης και της συγκυρίας είναι ο Γκαμελέν, η τύχη του οποίου θα αλλάξει άρδην στο τέλος του βιβλίου, τα πρώτα έσονται έσχατα και όλα μετατρέπονται σε έναν εφιάλτη θανάτου για τον πρώην δικαστή. Τα λόγια που του αποδίδει ο Ανατόλ Φρανς είναι χαρακτηριστικά του δράματος και της τραγωδίας μιας χώρας που θα κάνει καιρό να επουλώσει τις πληγές της και να ξαναδεί το φως της δημοκρατίας. «Δίκαια πεθαίνω, δίκαια μας βρίζουν. Έπρεπε να υπερασπισθούμε τη Δημοκρατία. Φανήκαμε αδύνατοι. Δείξαμε επιείκεια, είμαστε ένοχοι γι’ αυτό. Προδώσαμε τη Δημοκρατία. Είμαστε άξιοι της τύχης μας. Ο ίδιος ο Ροβεσπιέρος, ο αγνός, ο άγιος, αμάρτησε από καλοσύνη, από πραότητα. Αλλά το μαρτύριό του έσβησε τα λάθη του. Έτσι και εγώ, πρόδωσα τη Δημοκρατία. Εκείνη χάθηκε. Δίκαια πεθαίνω κι εγώ μαζί της. Ας τρέξει το αίμα μου! Ας χαθώ, το άξιζα…» είναι τα τελευταία λόγια του πριν οδηγηθεί και αυτός στην γκιλοτίνα, εκείνη όπου πρότινος έστελνε τους μισητούς αντιπάλους βασιλικούς και εχθρούς της Δημοκρατίας. Μα ποιας Δημοκρατίας άραγε, αυτής που σκοτώνει ανθρώπους δίχως πραγματική δίκη. Ο Ανατόλ Φρανς, αυτός ο σπουδαίος συγγραφέας φωτίζει τα γεγονότα και μας εισάγει το μικρόβιο του προβληματισμού ώστε να ξαναδούμε τα γεγονότα που συντάραξαν την Γηραιά ήπειρο.

«Η συνέλευση αποφάσισε να ξαναστηθεί το ικρίωμα στην πλατεία Επαναστάσεως. Ήθελαν να δουν όλοι οι πλούσιοι, οι κομψευόμενοι, οι όμορφες γυναίκες, την καρατόμηση του Ροβεσπιέρου, που θα γινόταν σήμερα. Ο δικτάτορας και οι συνένοχοί του είχαν τεθεί εκτός νόμου. Έφθανε να βεβαιωθεί η ταυτότητά τους από δυο δημοτικούς υπαλλήλους, για να τους παραδώσει αμέσως το δικαστήριο στον δήμιο…»