“Άμα θες μόνο τις «κορυφές», τότε παίρνεις κατευθείαν τη Γέννηση της Τραγωδίας, όπου βρίσκονται αποκρυσταλλωμένες οι πρώτες συλλήψεις του νεαρού φιλοσόφου….. Υπάρχει όμως και το μηχανοστάσιο – όπου βλέπεις αδιαμόρφωτο ακόμα, αλλά πάνω στη βράση του, το βαρύ υλικό…..” .Έτσι ξεκινά το σημείωμα του ο μεταφραστής και μας δίνει με δωρικότητα το στίγμα, το περιεχόμενο και το στόχο αυτού του βιβλίου. Υπάρχουν δυο λέξεις κλειδιά εδώ: κορυφές και μηχανοστάσιο. Εξηγούμαστε: Υπάρχουν δεκάδες προτάσεις μελετητών του Νίτσε για την σειρά με την οποία θα πρέπει να διαβάσουμε τα βιβλία του. Η λογική λέει να ξεκινήσεις από το πρώτο για να μπορέσεις να παρακολουθήσεις την εξέλιξη της σκέψης του και το πρώτο είναι η Γέννηση της Τραγωδίας. Αν, όπως μερικοί υποστηρίζουν ξεκινήσουμε με τον Ζαρατούστρα ή το Πέραν από το Καλό και το Κακό και συναντήσεις τον νεκρό θεό, τον υπεράνθρωπο, την ολική επαναφορά, την αποδόμηση του Σωκράτη και άλλα τέτοια που θέλουν εκτενή μετάφραση, τότε μάλλον θα μείνουμε αβοήθητοι και αγνοούμενοι σε κάποια κορυφή. Από την άλλη ας μην ξεχνάμε ότι το να παρακολουθήσεις την οργιώδη, την χειμαρρώδη, μέσα στην θολούρα της διονυσιακής του μέθης, πορεία της σκέψης του πειραματιζόμενου και πολλές φορές παραληρηματικού Νίτσε είναι από μόνο του μια δύσκολη προσπάθεια.
Πόσο μάλλον – αυτό δεν μας το λέει από σεμνότητα ο μεταφραστής – που ξέρει τον Νίτσε όσο λίγοι στον τόπο μας, να πας απ’ ευθείας στις «κορυφές», γιατί μια τέτοια είναι η Γέννηση της Τραγωδίας. Κάποιος πρέπει να σε πάρει από το χέρι και να σου δείξει το μονοπάτι. Αυτός ο κάποιος δεν είναι ένας αλλά πολλοί, είναι οι εργάτες του εκδότη αυτού του βιβλίου. Με την κριτική τους έκδοση, τόσο αναλυτική και τόσο σωστά δομημένη και επικεντρωμένη στο συγκεκριμένο θέμα, των κειμένων, που παρουσιάστηκαν υπό μορφή διαλέξεων του νεαρού καθηγητή, μάς εξηγούν με λεπτομέρεια τι πρέπει να περιμένουν όσοι θα ανοίξουν την Γέννηση της Τραγωδίας. Δεν μένουν όμως μόνο σε αυτό. Μας βάζουν και στο μηχανοστάσιο. Μας ανοίγουν διάπλατα τις πόρτες του θορυβώδους εργαστηρίου των σκέψεων του Νίτσε, που όπως ο παίζων παίς του Μεγάλου Εφέσιου, είναι έτοιμος να σκίσει όλες τις σημειώσεις του και να αρχίσει να τις ξαναγράφει. Σχολιάζουν, για να μας βοηθήσουν, όλες τις πρωτόλειες σημειώσεις του που έχουν σχέση με τα τελικά του κείμενα. Οφείλουμε να σημειώσουμε ότι εδώ έχομε να κάνουμε με ένα μυαλό που το πλημμυρίζει ένας ασταμάτητος χείμαρρος σκέψεων, ιδεών, αφορισμών και ανα-θεωρήσεων και διαγραφών που αναγκαία προκύπτουν. Αμφισημίες και αντιφάσεις πολλές. Εργαστήριο είναι, λογικό είναι.
Αν μελετήσουμε λοιπόν αυτό το βιβλίο και κρατήσουμε σημειώσεις, θα μας είναι πιο βατό το μονοπάτι για την κορυφή, είτε το έχουμε ξαναπροσπαθήσει είτε όχι – είναι πολύτιμος βοηθός για όλους τους «επαρκείς» αναγνώστες. Για να ολοκληρώσουμε θα πρέπει να διαβάσουμε αμέσως μετά την Φιλοσοφία στα χρόνια της Τραγωδίας. Θα καταλάβουμε ότι στην Γέννηση της Τραγωδίας ο Νίτσε στα 27 του, καθηγητής Πανεπιστημίου, έχοντας ήδη καταπιεί σύσσωμη την αρχαία Ελληνική Γραμματεία, και όχι μόνο βέβαια – ίσως γι αυτό υπέφερε τρομερά έκτοτε από φρικτούς πόνους στο στομάχι!! – προσπαθεί να αναλύσει και όχι να λύσει, το πολυσχιδές αίνιγμα της γέννησης και του θανάτου της Ελληνικής Τραγωδίας. Το αίνιγμα, στενά συνδεδεμένο με τον ελληνικό φιλοσοφικό στοχασμό, – εξ ου και η παραίνεση για την ανάγνωση/μελέτη και του δεύτερου βιβλίου – αφορά την δομή της, τους συντελεστές της παρουσίασης της, τον ρόλο της μουσικής, το κοινό αλλά και την σχέση κοινού παράστασης. Όσο γι αυτούς που παραπονούνται γιά τον περιορισμένο αριθμό των έργων που διασώθηκαν ως τις μέρες του, ο Νίτσε με μια εμφανή ειρωνική διάθεση, τους παραπέμπει στην παραβολή του Χριστού με την τρύπα της βελόνας.
Δεν θα αποπειραθούμε καμία ανάλυση των κειμένων των διαλέξεων, απλώς θα τονίσουμε πόσο σημαντικό αλλά και κρίσιμο είναι να διαβαστούν πριν την Γέννηση της Τραγωδίας. Υπάρχουν τόσες πολλές έγκριτες αναλύσεις αλλά και αναρίθμητες α-νοησίες, έτσι που στις πρώτες δεν θα μπορούσαμε να προσθέσουμε τίποτε. Στις δεύτερες, ναι, θα ήταν πολύ πιθανόν. Ας ξεκινήσουμε με την μουσική: Η Γέννηση της Τραγωδίας από το πνεύμα της Μουσικής. Τι θέλει να μας πεί τούτο και γιατί αφαιρέθηκε από τον τίτλο; Το «από» που θα μπορούσε να είναι ένα ακόμα χειρότερο «υπό» σαφώς υπογραμμίζει την επιρροή του Βάγκνερ, ο οποίος δεν έγραψε ποτέ αυτούσια μουσική αλλά επένδυε με μουσική το εκάστοτε δράμα, φτιάχνοντας μια όπερα/ συνέχεια ή/και διάδοχο της Αττικής Τραγωδίας αλλά πάντα το κυριαρχούν στοιχείο γι αυτόν ήταν η μουσική. Ο Νίτσε γρήγορα κατάλαβε το λάθος του και επικεντρώθηκε στον Τραγωδό, το εκτυλισσόμενο πάνω στην σκηνή δράμα και αντιμετώπισε την μουσική σαν ισάξιο συντελεστή, σαν εκδήλωση της βούλησης και όχι καθαυτή την βούληση.
Το πρώτο συνθετικό του πολύπλοκου αινίγματος είναι το πώς και όχι το τι η Τραγωδία εκφράζει μέσω των δραματικών γεγονότων που παρουσιάζει από την αρχή την αλήθεια και την Ύβρι ,χωρίς κανένα suspense και καμία πλοκή: την ανεπιφύλακτη κατάφαση στην ζωή, πώς βροντοφωνάζει ναι στην ζώσα ζωή, όταν ο Σειληνός της πετάει κατάμουτρα την μεγάλη αλήθεια: η ζωή δεν έχει κανένα νόημα και καλά θα κάνεις να πεθάνεις το γρηγορότερο. Πώς; Συμφιλιώνοντας τον Απόλλωνα με τον Διόνυσο στους Δελφούς. Υπάρχει τόσο εμπεριστατωμένη ανάλυση και σχολιασμός του συγκεκριμένου θέματος στο Διόνυσος κατά Εσταυρωμένου, που μόνο τους ήχους της σιωπής μας θα ακούσετε. Εργάτες, σας ευχαριστούμε. Το δεύτερο είναι το κοινό, οι θεατές. Πού βρέθηκε τέτοιο κοινό, τέτοιου επιπέδου που λαχταρούσε να συνωστισθεί να παρακολουθήσει την παράσταση, να συμμετέχει στην παράσταση για να ψυχ-αγωγηθεί και όχι για να διασκεδάσει, αποδεχόμενο ότι η ζωή είναι από μόνη της μια τραγωδία ένα παιχνίδι της τυχαιότητας. Μια εξήγηση μας δίνει ο Χάιντεγκερ υποστηρίζοντας ότι οι άνθρωποι τότε ήταν πολύ πιο κοντά στο Είναι τους από το οποίο εμείς οι σύγχρονοι θνητοί έχουμε απομακρυνθεί και κυνηγάμε τώρα την α-λήθεια, την απάλειψη της λήθης του Είναι. Δανειστήκαμε προηγουμένως το πώς από τον Χρ. Γιανναρά που δηλοί την σχέση, την συμμετοχή, την κοινώνηση και όχι την απαθή θέαση, το τί.
Περισσότερα θα μπορέσουμε να πούμε σε μια άλλη ξεχωριστή συζήτηση που θα ακολουθήσει και που θα αφορά το περιεχόμενο της Γέννησης της Τραγωδίας. Τώρα συζητάμε τον Διόνυσο κατά Εσταυρωμένου, την εισαγωγή της. Εκεί θα μπορέσουμε να αναφερθούμε στην ανυπέρβλητη Ελληνική γλώσσα. Διευκρινίζοντας τι εννοούμε θα θέσουμε από τώρα το ερώτημα: Θα μπορούσε ποτέ η Ελληνική Τραγωδία να γραφτεί σε μια άλλη γλώσσα; Χωρίς το ειμί ή το ίστημι και τα παράγωγά τους; Ο υπαρξιστής Νίτσε «χάθηκε», από τα μάτια μας και μόνο, τα τελευταία χρόνια της ζωής του επιλέγοντας την άβυσσο, για να συναντήσει το Είναι του και να ενωθεί με τον Διόνυσο. Αυτός που ήθελε να γυρίζει πάντα στους ανθρώπους αφήνοντας τον Όφι και τον Αετό του, τήρησε τον λόγο του. Είναι εδώ, μαζί μας με τις γραφές του και την ειλικρίνεια του.



