Νίκος Ν. Μάλλιαρης, Ελευθερία, εθελοδουλία, ασημαντότητα με αφορμή δυο πολεμικές για τον Καστοριάδη, Εκδόσεις Μάγμα

Το βιβλίο αυτό του Ν. Μάλλιαρη είναι μια παράθεση, όπως ο ίδιος μας λέει, κειμένων που  κρίνουν, επικρίνουν ή προσπαθούν να αποδομήσουν, στοιχεία της Πολιτικής Φιλοσοφίας του Κορνήλιου Καστοριάδη, ενός από τους σημαντικότερους Έλληνες φιλοσόφους και κοινωνικούς στοχαστές του 20ού αιώνα με διεθνή αναγνώριση. Στην πραγματικότητα δεν  είναι ακριβώς έτσι, διότι δεν περιορίζεται στην απλή επισήμανση των θέσεων και απόψεων του στοχαστή που αμφισβητούνται, δεν κρατά ουδέτερη στάση, αλλά εμπλέκει στην συζήτηση και τον εαυτό του θεωρώντας την προβολή αυτών των κειμένων όχι ως θεμιτό αντίλογο αλλά ως μία ανοίκεια ίσως και κακόβουλη επίθεση κατά των θέσεων μιας αυθεντίας, την οποία κανείς δεν έχει το δικαίωμα να αμφισβητήσει.  Δεν θα αποφύγουμε τον πειρασμό της σύγκρισης, έστω και αν σε πρώτη ματιά φαίνεται υπερβολική, με την επίθεση στα κείμενα των Ευαγγελίων, από κάποιους, που ασκώντας την ελευθερία τους, υποστηρίζουν ότι σε πολλά σημεία, όχι μόνο δεν εκφράζουν τον Χριστό αλλά διακωμωδούν την προσωπικότητα του. Και προς άρση παρερμηνειών, θεωρούμε ότι τον Ιησού σαν ιστορική παρουσία μπορεί να τον κρίνει πολύ δικαιότερα ένας α-γνώστης από κάποιον θεοκράτη. Εκεί βρίσκεται και το λάθος του Μπέρναρντ Ράσσελ να αποκηρύξει τον Χριστό, που νόμιζε ότι τον κατάλαβε διαβάζοντας τα Ευαγγέλια.

Αυτό όμως δεν απομειώνει τον καλοπροαίρετο στόχο του, που είναι αδιαμφισβήτητα και το ωφέλιμο για εμάς τους αναγνώστες. Εμείς από όλην αυτή την έντονη συζήτηση – που ενέχει και ακραίους χαρακτηρισμούς που δεν είναι απαραίτητοι, αλλά τόσο συνήθεις σε πολιτικές αντιπαραθέσεις, ώστε να μην ξενίζουν και να μην ενοχλούν – σίγουρα θα ωφεληθούμε: να γνωρίσουμε, να δεξιωθούμε τις απόψεις του Καστοριάδη, να δημιουργήσουμε την δική μας εικόνα σαν αναγνώστες και – γιατί όχι – να κινητοποιηθούμε και να αναζητήσουμε περισσότερα. Ο ορισμός του ωφέλιμου βιβλίου σε αντιδιαστολή με το διασκεδαστικό, το passa tempo. Δεν θα μπούμε στην ουσία της αντι-παράθεσης των κειμένων διότι δεν είναι της αρμοδιότητα μας. Ο Καστοριάδης ήταν ένας κοινωνικός στοχαστής που ανέπτυξε και υποστήριξε την ιδέα της Αυτονομίας. Οι επιθέσεις εναντίον του όσον αφορά την διαδρομή του, που καταδικάζει ο συγγραφέας, στερείται όντως κάθε λογικής. Με την ίδια λογική του παραλόγου θα μπορούσαμε να προσπαθήσουμε να αμφισβητήσουμε την ειλικρίνεια της έκφρασης του Καβάφη επειδή εργαζόταν στον οργανισμό αποχέτευσης για βιοποριστικούς λόγους. Από που αντλούσε τις ιδέες του; Από τα λύματα; 

Ο Καστοριάδης για να βιοποριστεί εργαζόταν στον ΟΟΣΑ και αυτό σήμαινε για τους “όσα δεν φτάνει η αλεπού κλπ.” ότι ασπάσθηκε τον καπιταλισμό. Μήπως και όταν ασκούσε το επάγγελμα του ψυχαναλυτή, επιζητούσε πρόσβαση στους χρηματιστηριακούς κύκλους; Στην πραγματικότητα αυτό που κέρδισε ο Καστοριάδης σαν στοχαστής από την δουλειά του στο κατεξοχήν ορθολογιστικό περιβάλλον του ΟΟΣΑ, ήταν να επιβεβαιώσει το κοινώς γνωστό και αποδεκτό ότι ο Μαρξισμός και ο καπιταλισμός ακολουθούν την ίδια ακριβώς ορθολογιστική λογική όσον αφορά την παραγωγή, με την μεγάλη διαφορά ότι για τον Μάρξ στο κέντρο είναι ο άνθρωπος, ενώ για τον καπιταλισμό είναι το κέρδος. Μη ξεχνάμε άλλωστε ότι για τον καπιταλισμό ο ορισμός της ευτυχίας είναι ένας (πολύ) θετικός ισολογισμός.

Ίσως προσέξατε ότι αποφύγαμε να ονομάσουμε τον Καστοριάδη πολιτικό φιλόσοφο, αφ’ ενός μεν γιατί θα περιορίζαμε δραματικά το εύρος του πεδίου του στοχασμού του και αφ’ ετέρου γιατί πιστεύουμε ότι ο διαχωρισμός της φιλοσοφίας σε τομείς, είναι προϊόν που βγήκε από τις ακαδημαϊκές αίθουσες. Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα, υπάρχει μόνο η Φιλοσοφία του φιλοσοφείν και οι διακλαδώσεις οντολογία, φαινομενολογία κλπ. κλπ. διότι για να ορίσεις την έννοια της Πολιτικής Φιλοσοφίας πρέπει πρώτα να δώσεις τον ορισμό της Πολιτικής που είναι δουλειά της κοινωνιολογίας.  Ο Χέγκελ έγραψε την Φιλοσοφία του Δικαίου και την Φιλοσοφία της Ιστορίας χωρίς να μπορέσει ποτέ να μας δώσει έναν ορισμό της έννοιας του Δικαίου ή της Ιστορίας. Μήπως ο Πλάτων είναι Πολιτικό Φιλόσοφος επειδή έγραψε την Πολιτεία; Όχι απλώς θεώρησε ότι έπρεπε να κάνει και κάτι μιμούμενος τον Σωκράτη: να κατεβάσει την φιλοσοφία από τον ουρανό στην γή.

Ο Καστοριάδης πίστευε στην Αυτονομία, δηλαδή στη δημιουργία των κανόνων, των νόμων, των θεσμών κλπ. από την κοινωνία και όχι από κάποιον άρχοντα. Πρέπει να προκύπτουν μέσα από κοινωνικές συμμετοχικές διαδικασίες και να παραμένουν χαίροντας καθολικής αποδοχής και έτσι να αυτονομιμοποιούνται ή να αλλάζουν όπως ίσχυε στην αρχαία Ελλάδα. Αλλάζουν με τον περιορισμό του Αριστοτέλη, ότι οι νόμοι δεν πρέπει να αλλάζουν συχνά διότι έτσι διακυβεύεται το κύρος τους και ο σεβασμός των πολιτών προς τον νόμο. Εμείς βέβαια σήμερα αυτά τα έχουμε από πολλού ξεχάσει.  Η νομιμοποίηση εδώ είχε την έννοια της επιβεβαίωσης: Είναι δίκαιοι; Είναι συμπεριληπτικοί; Μετέπειτα η νομιμοποίηση ανατίθεται στον Θεό (Παλαιά Διαθήκη), στο κρατούν πολιτικό σύστημα κλπ. Το φιλοσοφικό του πεδίο λοιπόν, όπως άλλωστε αποδεικνύει και το έργο που μας άφησε, ήταν ευρύ φτάνοντας μέχρι τις πηγές της Φιλοσοφίας. Η Αυτονομία όμως του Καστοριάδη δεν είναι  μηδενισμός, δεν είναι αναρχία, δεν είναι «αφού δεν υπάρχει τίποτε τα πάντα επιτρέπονται», όπως θέλουν κάποιοι να το μεταφράζουν γιατί εξυπηρετεί τους σκοπούς τους. 

Η Ασημαντότητα, τα συστατικά της οποίας ορίζει με ακρίβεια ο Καστοριάδης, αποδεικνύουν την ελευθερία της σκέψης του αφού δεν διστάζει να αποδώσει την παρακμή στην κοινωνική κατάπτωση και όχι μυωπικά και μονοσήμαντα στην επιρροή ενός κακού μη προοδευτικού καθεστώτος σε μια καλή και αγαθή κοινωνία η οποία δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη. Αλλά τι θα πει ακριβώς προοδευτικό καθεστώς; Για να μιλήσουμε με την κατ’εξοχήν γλώσσα της φιλοσοφίας, την Ελληνική. Όλα τα καθεστώτα θέλουν να εμφανίζουν αύξηση των μεγεθών, δηλαδή «πρόοδο» με οικονομικούς όρους,  άρα όλα είναι προοδευτικά με αυτήν την έννοια. Αλλά αυτό δεν αρκεί. Καθόλου δεν εκφράζει την σημασία της λέξης. Η πρόοδος για να έχει την πλήρη της έκφραση της στην κοινωνία πρέπει να διευρύνει το δίκαιο. Αν ο πλούτος αυξάνει αλλά δεν κατανέμεται δίκαια, που είναι η πρόοδος, κ.οκ.  Το βιβλίο είναι γεμάτο από έννοιες, πολλές από τις οποίες έχουν φιλοσοφικό υπόβαθρο και δεν είναι απλοί πολιτικοκοινωνικοί όροι. Μέσα από αυτές ξεχωρίζει η θεμελιώδης έννοια της ελευθερίας, η οποία εδώ περιορίζεται στην τόσο σημαντική ελευθερία του ατόμου. Μέσα από την αντιπαράθεση των ιδεών του Καστοριάδη με τους αντιφρονούντες συντάκτες των δυο κειμένων οι όροι αυτοί – και δεν είναι λίγοι – επεξηγούνται και αυτή είναι άλλη μια προσφορά του βιβλίου αυτού. Παραμένει βέβαια σαν κυρίαρχο στοιχείο, όπως αναφέραμε και στην αρχή, η – μέσω του βιβλίου αυτού – εξοικείωση μας με έννοιες που όχι μόνο θα διευρύνουν το γνωστικό μας πεδίο αλλά θα μεγαλώσουν τον κόσμο μας.