Ben Macintyre, Η πολιορκία, Εκδόσεις Κλειδάριθμος

Η διαχείριση κρίσεων και ειδικά πολιτικών είναι ένα δύσκολο εγχείρημα, δεν είναι λίγες οι φορές που άνθρωποι βρέθηκαν σε κατάσταση ομηρίας ανά τον κόσμο επειδή κάποιοι αποφάσισαν να βάλουν σε κίνδυνο τις ζωές τους με πρόσχημα απαιτήσεις, πολλές φορές παράλογες και μέσα σε καθεστώς τρομοκρατίας. Ο Μπεν Μακιντάιρ στο βιβλίο του αυτό περιγράφει τις σκηνές τρόμου και αγωνίας που έζησαν όμηροι στην Ιρανική πρεσβεία στο Λονδίνο καθώς εισέβαλαν σε αυτήν οπλισμένοι άντρες οι οποίοι ζητούσαν να δικαιωθούν τα αιτήματά τους. Συγκεκριμένα, πρόκειται για Ιρανούς πολίτες, οι οποίοι απαιτούσαν να αναγνωριστεί η χώρα τους, το Αραβιστάν και να πάψουν να είναι εξόριστοι στο ίδιο τους το κράτος. Τόσο υπό τον Σάχη, όσο και υπό τον Ισλαμιστή Αγιατολάχ Χομεϊνί, η κατάσταση ήταν ιδιαίτερα επισφαλής για αυτούς τους πολίτες του Ιράν, οι οποίοι αναζητούσαν μια διέξοδο παραμονής τους στην χώρα και οι οποίοι βρίσκονταν ουσιαστικά ξένοι στην ίδια τους την χώρα. Η κίνησή τους να καταλάβουν την Ιρανική πρεσβεία στο Λονδίνο δεν ήταν μεμονωμένη, είχε προηγηθεί η κατάληψη από μια ομάδα Ισλαμιστών στην Αμερικανική πρεσβεία στην Τεχεράνη 52 Αμερικανών. Τέτοια γεγονότα πάντα συνδέονται μεταξύ τους και η ένταση της εποχής είχε πολλά τέτοια επεισόδια, πολλές φορές με άδοξο τέλος. 

Στιγμές έντασης και πανικού προκαλούν την έντονη ανησυχία αθώων πολιτών

Η κατάληψη στην Τεχεράνη έχει μείνει ως γνωστή με τον όρο κρίση των ομήρων όπου γίνεται αναφορά στη διπλωματική κρίση που ξέσπασε μεταξύ Ιράν και ΗΠΑ όταν 52 Αμερικανοί κρατήθηκαν όμηροι στην αμερικανική πρεσβεία στην Τεχεράνη από μια ομάδα ισλαμιστών φοιτητών. Η κρίση διήρκεσε από τις 4 Νοεμβρίου 1979 μέχρι τις 20 Ιανουαρίου του 1981. Αφού απέτυχαν διπλωματικές προσπάθειες της αμερικανικής κυβέρνησης, επιβλήθηκαν οικονομικές πιέσεις στο Ιράν, όπως εμπάργκο σε ιρανικά προϊόντα και δέσμευση ιρανικών καταθέσεων σε αμερικανικές τράπεζες. Ακολούθησαν απειλές στρατιωτικής επέμβασης και μια αποτυχημένη μυστική επιχείρηση διάσωσης των ομήρων, γνωστή με την κωδική ονομασία «Επιχείρηση Νύχι του Αετού» (αγγλ. Operation Eagle Claw), η οποία κατέληξε στο θάνατο οκτώ Αμερικανών στρατιωτών και ενός Ιρανού πολίτη. Στην περίπτωση του Λονδίνου, όπου η κατάληψη και η ομηρία διήρκησε 6 ημέρες, εκτελέστηκε το σχέδιο απεγκλώβισης των ομήρων με την ονομασία «Κυνηγός». 

Αυτό που αφηγείται ο Μακιντάιρ είναι μια αντικειμενική προσέγγιση των όσων συνέβησαν σχεδόν λεπτό το λεπτό και ώρα την ώρα καθώς τα όσα έζησαν οι όμηροι ήταν στιγμές έντονης ανησυχίας, απειλής για τη ζωή τους και αγωνίας. Οι καταληψίες είχαν πολλές φορές υπερβολικά αιτήματα, άλλοτε ήταν πιο διαλλακτικοί και άλλοτε πιο επιθετικοί, άλλοτε πάλι απειλούσαν πως θα σκοτώσουν ομήρους και άλλοτε εξέφραζαν μια μεγαλύτερη συγκατάβαση. Αυτή λοιπόν η διακύμανση στα συναισθήματα ήταν εύλογο να προκαλέσουν την μήνι τόσο αυτών που είχαν αναλάβει τις διαπραγματεύσεις εντός όσο και εκτός. «Δεν είναι μια απλή ηθικοπλαστική ιστορία τύπου άσπρο μαύρο, όπου ενάρετοι θριαμβεύουν και οι χαμένοι πληρώνουν το δίκαιο τίμημα. Είναι μάλλον μια ιστορία για τα ανθρώπινα λάθη και τις αθέλητες συνέπειες, για τον τραγικό, φαύλο κύκλο της αναλγησίας στις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους και για τη σύγκρουση απόλυτων πεποιθήσεων σε μια περίοδο πολιτικής, εθνοτικής και θρησκευτικής βίας». 

Το μόνο σίγουρο είναι πως ο κόσμος δεν θα ήταν ποτέ πια ίδιος μετά από αυτή την παρατεταμένη κρίση καθώς η έλευση του Χομεινί έφερε και έντονη πολιτική αναστάτωση στο δυτικό κόσμο με το Ιράν να αποτελεί μέχρι και σήμερα απειλή για αυτόν και τα συμφέροντά του. Δεν είναι μόνο οι ημέρες πολιορκίας στο Λονδίνο που προκάλεσαν προβλήματα στις σχέσεις Ιράν Δύσης, είναι και όσα επακολούθησαν με ένα καθεστώς, αυτό του Ιράν, να φέρεται απειλητικά και να ακολουθεί ουσιαστικά ένα δικό του πρόγραμμα, μια δική του γραμμή πλεύσης στη σύγκρουση με τη Δύση μέσα από ένα ισλαμιστικό παραλήρημα πως η Δύση πρέπει να σβηστεί από τον χάρτη και να επικρατήσει το Ισλάμ. 

Για την ιστορία και μόνο, αυτή η σύγκρουση ανέρχεται ήδη στα χρόνια των Περσών και των Ελλήνων μα πολύ περισσότερο αργότερα, πηγαίνει πίσω στον μεσαίωνα και στην σύγκρουση Χριστιανών και Μωαμεθανών, στα Ιεροσόλυμα που κατακτήθηκαν από τον Σαλαντίν και την ήττα των χριστιανικών δυνάμεων. Είχε προηγηθεί η περίφημη συμφωνία μεταξύ Σαλαντίν και Βαλδουίνου του Δ’, του επονομαζόμενου λεπρού για παύση των εχθροπραξιών και την εξεύρεση μιας κάποιας λύσης μεταξύ των δύο θρησκειών, ο Βαλδουίνος όμως πέθανε νωρίς και πολύ νέος λόγω της ασθένειάς του και ο Γκυ ντε Λουζινιάν που τον διαδέχθηκε στην μάχη του Χαττίν το 1187 ηττήθηκε από τον Σαλαντίν καθώς καταπάτησε προηγουμένως και πολύ προκλητικά κάθε προσπάθεια προσέγγισης με τον Αιγύπτιο μονάρχη που είχε χτίσει ο Βαλδουίνος. Επανερχόμενοι στην ιστορία αυτής της Πολιορκίας, οι ειδικές δυνάμεις της Βρετανίας υπό την καθοδήγηση της πρωθυπουργού Θάτσερ αποφάσισαν να επέμβουν για την σωτηρία τόσο των απλών πολιτών, όσο και των διπλωματών που είχαν λάβει μέρος στην προσπάθεια επίλυσης της διαφοράς εκ των έσω.

Αυτό που αποδεικνύεται περίτρανα μέσα από αυτή την ιστορία, όσο και μέσα από άλλες αντίστοιχες και ανάλογες είναι πως η βία τίποτα δεν επιλύει, ίσα ίσα χειροτερεύει τις καταστάσεις και σίγουρα είναι αδιέξοδη. Δεν θα αποκαλύψω τι συνέβη στο τέλος της ιστορίας της πολιορκίας, ωστόσο το καθεστώς του Χομεϊνί που έδιωξε τον φιλοδυτικό Σάχη συνεχίζει μια πολιτική αστάθειας στην ευρύτερη περιοχή και τέτοια συμβάντα είναι πολύ πιθανόν να επαναληφθούν αν δεν επικρατήσει η λογική και η σύνεση. Είναι δε πρόσφατα τα γεγονότα στην ευρύτερη Μέση Ανατολή και την κρίση που επικράτησε και βρεθήκαμε στα πρόθυρα ενός ακόμα πολέμου. Ειδικά, η πάλη των αντιμαχόμενων πλευρών με βάση τις θρησκευτικές πεποιθήσεις, το λεγόμενο όπιο του λαού που έλεγε ο Μαρξ δεκαετίες πριν, είναι η πιο σημαντική απειλή.

«Η τακτική μου θα βασιστεί στην ειρηνική επίλυση της κρίσης, στην επιδίωξη να μην τεθεί σε κίνδυνο η ζωή των ομήρων, όμως, πάνω απ’ όλα, στην πεποίθηση ότι η τρομοκρατία πρέπει – πρωτίστως – να νικηθεί»