Είναι κοινή διαπίστωση πως ένα έπος όπως η Οδύσσεια του Ομήρου θεωρείται σχεδόν ακατόρθωτο να ξαναγραφτεί στην σημερινή εποχή για πολλούς και διάφορους λόγους που με ξεπερνούν για να τους αναλύσω. Εν τούτοις, η προσπάθεια να εμπνευστεί ένας σύγχρονος συγγραφέας και να αντλήσει στοιχεία από αυτό το αριστούργημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας είναι από μόνο του σαν σκέψη αξιέπαινο εγχείρημα. Ο Ισίδωρος Ζουργός το είχε κάνει παλαιότερα και με μεγάλη επιτυχία με τα Ανεμώλια, τώρα το επιχειρεί εκ νέου με τα Χάλκινα κατώφλια αποδεικνύοντας πρωτίστως στον εαυτό του και κατ’ επέκταση και στο αναγνωστικό του κοινό πως ένας συγγραφέας μπορεί και εξελίσσεται, μπορεί και ξεπερνά τον ίδιο του τον λογοτεχνικό εαυτό. Ο Ισίδωρος Ζουργός είναι από εκείνους τους Έλληνες συγγραφείς που, κατά την γνώμη μου, αφενός κουβαλάει περισσότερο από έναν ξένο αυτή την αρχαία ομηρική αύρα στην αυλή της φαντασίας του και αφετέρου θαρρώ πως έχει να κάνει και με τα στοιχεία που τον περιβάλλουν (θάλασσα και ήλιος) και τα οποία είναι και η βάση για να πλάσει ένα μυθιστόρημα εμπνευσμένο όπως αυτό. Τα Χάλκινα κατώφλια είναι ο δικός του φόρος τιμής στον πατέρα όλων μας, τον αξεπέραστο Όμηρο, τον πρώτο μυθιστοριογράφο όλων των εποχών.
Στα χνάρια της Ιστορίας και των Αχαιών, εκεί όπου χτυπά η καρδιά του Ομήρου
Στις σελίδες του βιβλίου, ο αναγνώστης χάνεται στα μονοπάτια της Ιστορίας, συναντά γνωστούς και άγνωστους ήρωες, περιπλανιέται στα αρχαία μονοπάτια και ξαναζεί τρόπον τινά τον ομηρικό κόσμο. Ο Ισίδωρος Ζουργός με σπουδαίο λεξιλόγιο και παιχνίδι λέξεων και εννοιών μας παίρνει από το χέρι για να ζήσουμε τον αρχαίο κόσμο και να συναντήσουμε προσωπικότητες όπως αυτή του θεογέννητου Οδυσσέα, του ήρωα που τόσοι πολλοί έχουν ταυτίσει με το απέραντο ταξίδι. Είναι ο Λύκαστος, ο πρωταγωνιστής του, ένας ταπεινός και απλός άνθρωπος από την Τροία, ο οποίος ακολουθεί τον Οδυσσέα, είναι η φιλία τους και η σχέση τους που αναδεικνύεται μέσα από το βιβλίο σαν να γνωρίζονταν οι δυο τους από παλιά, σαν να βρέθηκαν μετά από χρόνια. Και όμως η συνάντησή τους έγινε εντελώς τυχαία και πλέον ο Οδυσσέας θεωρεί τον Λύκαστο δεξί του χέρι, του έχει αποδώσει αρμοδιότητες και του έχει εμπιστοσύνη. Ο Όμηρος έχει δουλέψει πολύ στα δύο του έπη την σχέση των ανδρών, καθώς σε αυτούς εστιάζει κατά βάση, στις προσωπικότητες και στις εξάρσεις τους.
Ο Ισίδωρος Ζουργός μας εκπλήσσει με το πόσο καλά έχει μελετήσει την εποχή – εξάλλου υπάρχει και σχετική βιβλιογραφία στο τέλος του βιβλίου πάνω στην οποία έχει ενσκύψει και επενδύσει – και οι σελίδες του βιβλίου του είναι γεμάτες αναμνήσεις και διασυνδέσεις τόσο με την Ιλιάδα όσο κυρίως με την Οδύσσεια, καθώς ο πολυμήχανος περιπλανιέται τόσο με τον Λύκαστο όσο και με τους υπόλοιπους συντρόφους του στα πέρατα της γης και των θαλασσών προσπαθώντας να φτάσει στο πολυπόθητο νησί που δεν είναι άλλο από την αγαπημένη και τόσο λατρεμένη του Ιθάκη. Ο Οδυσσέας δεν παρουσιάζεται και δεν επιβάλλεται ως βασιλιάς αλλά ως ηγέτης, ένας αρχηγός με την πραγματική έννοια του όρου, ο οποίος και θέλει να οδηγήσει το πλήρωμά του σε ασφαλή νερά, πίσω στην πατρίδα που τόσο έχει νοσταλγήσει, να ανταμώσει τα αγαπημένα του πρόσωπα, να γευτεί τους καρπούς της νίκης των Ελλήνων στην Τροία. Ξεκαθαρίζει και ο ίδιος μέσω του συγγραφέα πως δεν επιθύμησε ποτέ τον πόλεμο, δεν τον ενδιέφερε να χυθεί αίμα, είναι μάλλον ένας ειρηνιστής παρά ένας πολεμοχαρής.
Ο Λύκαστος είναι στο επίκεντρο της ιστορίας και της αφήγησης αφού είναι εκείνος ο οποίος, σύμφωνα με τον Ζουργό, έδωσε την ιδέα του περίφημου ξύλινου αλόγου, του Δούρειου Ίππου, με τον οποίο κατάφεραν οι Αχαιοί να κατατροπώσουν και να κατακτήσουν την Τροία έπειτα από δέκα χρόνια μαχών και σκληρών αναμετρήσεων. Ο Λύκαστος παρακολουθεί την διαδικασία με έκπληξη και ιδιαίτερη λαχτάρα γνωρίζοντας πως και εκείνος συνέβαλε σε όλο αυτό: «Κάποιες φορές το χάζευα την ώρα που το έφτιαχναν. Ήταν ένα μεγάλο ξύλινο άλογο στημένο στο πλάτωμα, εκεί που έκαναν για χρόνια τις συνελεύσεις τους. Ένα άλογο με μια κούφια κοιλιά, όπου θα κρύβονταν οι πιο θαρραλέοι των Αχαιών, για να ανοίξουν με δόλο τις πύλες της Τροίας». Ο Λύκαστος δεν ανήκε στην τάξη των Αχαιών, έτυχε να γεννηθεί στην Τροία και η μοίρα τον όρισε πλάι τους να έρθει σε επαφή με τον Οδυσσέα και να τον ακολουθήσει στις περιπλανήσεις του, να γευτεί την χαρά της γνωριμίας με έναν σπουδαίο βασιλιά που δεν έχει υψηλές απαιτήσεις μα είναι γενναίος και ατρόμητος. Ο Λύκαστος τον θαυμάζει, ωστόσο φοβάται για τη ζωή του και τρέμει για το αν θα φτάσουν ποτέ σε στεριά έτσι όπως η θάλασσα τους δοκιμάζει στα ανοιχτά της.
Η αγωνία του είναι έκδηλη, σκέψεις στροβιλίζουν το μυαλό του και ταλαιπωρείται σαν σκέφτεται πως η τύχη του τον έφερε ως εδώ να μην ξαναδεί χαρά: «Κάθε πλοίο το περιμένει κάπου ένα λιμάνι, έτσι λένε οι ναυτικοί, και σ’ αυτό ελπίζαμε κι εμείς για εβδομάδες. Αρμενίζαμε αν όχι ακριβώς στα τυφλά, σίγουρα επικαλούμενοι τη θεά Τύχη. Είχαμε βάλει τις πλώρες των τριών καραβιών να πλέουν αντίθετα απ’ τη θέση του Ωρίωνα στον ουρανό. Καθώς όμως ήμασταν μεσοπέλαγα, δεν μπορούσαμε να ρίξουμε κάπου τα πέτρινα βαρίδια και να σταθεροποιηθούμε. Ήταν φορές, την ώρα που κοιμόμασταν, που μια πνοή αυτού του ανέμου που οι Αχαιοί τον ονόμαζαν Απηλιώτη ερχόταν απ’ τα ανατολικά και μας έσπρωχνε κατά κει που δύει ο ήλιος». Ο Ισίδωρος Ζουργός, από τους επιφανέστερους σύγχρονους συγγραφείς, τιμά και δοξάζει τον Όμηρο, δεν τον φοβάται μα τον σέβεται, διότι ο Όμηρος κυλά στις φλέφες του και τροφοδοτεί το αφηγηματικό του διαμέτρημα και ως γνήσιος λογοτέχνης έχει τη δύναμη, το θάρρος, την τόλμη και την ικανότητα να μας γεμίζει με εικόνες από ένα παρελθόν που δεν θα σταματήσει ποτέ να μας θυμίζει από πού ερχόμαστε και κυρίως ένα παρελθόν το οποίο δεν μας επιτρέπεται επ’ ουδενί να λησμονήσουμε.
«Ο χειμώνας έχω την αίσθηση ότι είναι η πρώτη εποχή της Γης, τότε πρέπει να έγινε το πρώτο σμίξιμο, που γέννησε θεούς και τιτάνες. Ο χειμώνας είναι μια αρχαία εποχή γεμάτη εμπερίστατη σοφία, Στο τρίξιμο του χιονιού ακούστηκαν οι πρώτοι οιωνοί…»



