Διαβάζοντας το βιβλίο, κατανοεί κάποιος πως θα μπορούσε να υπάρχει διττή ερμηνεία και ανάγνωση, ένα σύγγραμμα τόσο ωραία δομημένο αλλά και τόσο αινιγματικό. Όλα όσα με τόσο γλαφυρό τρόπο αναφέρει ο Βιζυηνός είναι σαφώς δικές του προσωπικές προσλαμβάνουσες και δικά του βιώματα, ζώντας κοντά στον παππού μέχρι τα 10 του χρόνια. Οι αναμνήσεις που τον σημάδευσαν, ίσως η αποκόλληση σε τόσο μικρή ηλικία από τον παππού τον οδηγούν να εκπληρώσει και εκείνος ένα ταξίδι στον χρόνο, το δικό του ταξίδι στη μνήμη αλλά και στην πραγμάτωση των δικών του σκοπών και στόχων, την εκπλήρωση των δικών του επιθυμιών και του πολύ ιδιαίτερου πνεύματός του. Τελικά τι αποζητούσε η διψασμένη ψυχή του και τι ταξίδι κατόρθωσε να πραγματοποιήσει ο ίδιος; Ζούσε με αγωνία τη ζωή του και αυτό καταμαρτυρείται έμμεσα μέσα από την αφήγησή του όταν γράφει: “Και πώς θα τα καταφέρω; Και πού θα παλαίσω με τον άγγελον; επάνω εις το μεντέρι του παππού, ή μεσ’ στο μαρμαρόστρωτο τ’ αλώνι; Όχι, όχι, όχι! Φοβούμαι! Δεν βαστώ!”.



